01 Μαΐ 2018

Cannabis sativa: Το φυτό των χιλίων και ενός μορίων

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: “Cannabis sativa: The Plant of the Thousand and One Molecules”
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4740396/pdf/fpls-07- 00019.pdf Christelle M. Andre*,
Jean-Francois Hausman and Gea Guerriero
*Environmental Research and Innovation, Luxembourg Institute of Science and Technology,
Esch-sur-Alzette, Luxembourg (Περιβαλλοντική Έρευνα και Καινοτομία, Λουξεμβούργο – Ινστιτούτο
Επιστήμης και Τεχνολογίας, Esch-sur- Alzette, Λουξεμβούργο))

Η Cannabis sativa L. (προφέρεται: κάναμπις σατίβα ελ) είναι ένα φυτό, σημαντικό ποώδες είδος, που
προέρχεται από την Κεντρική Ασία και έχει χρησιμοποιηθεί στη λαϊκή ιατρική και ως πηγή υφαντικών
ινών από την αυγή των καιρών. Αυτό το ταχέως αναπτυσσόμενο φυτό έχει πρόσφατα δει μια αναζωπύρωση
του ενδιαφέροντος για αυτό λόγω των πολλαπλών χρήσεων και εφαρμογών του: είναι πράγματι ένας
θησαυρός φυτοχημικών και μια πλούσια πηγή κυτταρινικών και ξυλωδών ινών. Εξίσου πολύ ενδιαφέρον
για αυτό το φυτό έχουν οι φαρμακευτικοί και κατασκευαστικοί τομείς, δεδομένου ότι οι μεταβολίτες
του παρουσιάζουν ισχυρές βιοδραστικές ιδιότητες για την ανθρώπινη υγεία και οι εξωτερικοί και
εσωτερικοί ιστοί του κορμού του μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή βιοπλαστικών και
υλικού σκυροδέματος αντίστοιχα. Στην επισκόπηση αυτή, συζητείται το πλούσιο φάσμα των φυτοχημικών
την κάνναβης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα μόρια βιομηχανικού ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων
των κανναβινοειδών (cannabinoids), των τερπενίων (terpenes) και των φαινολικών ενώσεων (phenolic
compounds) και των βιοσυνθετικών τους οδών. Τα κανναβινοειδή αντιπροσωπεύουν τη πιο μελετημένη
ομάδα ενώσεων, κυρίως λόγω του ευρύ φάσματος των φαρμακευτικών τους επιδράσεων στον άνθρωπο,
συμπεριλαμβανομένων των ψυχοτρόπων δραστηριοτήτων. Το θεραπευτικό και εμπορικό ενδιαφέρον για τα
τερπενία και τις φαινολικές ενώσεις και ειδικότερα των στιλβενοειδών (stilbenoids) και των λιγνανών
(lignans), επισημαίνονται επίσης εν όψει των πιο πρόσφατων δεδομένων από τη βιβλιογραφία. Οι
βιοτεχνολογικές οδοί για την ενίσχυση της παραγωγής και της βιοδραστικότητας των δευτερογενών
μεταβολιτών κάνναβης προτείνονται με τη συζήτηση της ισχύος της φυτικής γενετικής μηχανικής και της
καλλιέργειας των ιστών. Συγκεκριμένα, εξετάζονται δύο συστήματα, δηλ. κυτταρικό εναιώρημα και
καλλιέργειες τριχωτού ρίζας. Επιπλέον, ένα
ολόκληρο τμήμα είναι αφιερωμένο στα τριχώματα (trichomes) της κάνναβης,

υπό το πρίσμα της σημασίας τους ως φυτοχημικά εργοστάσια. Τελικά, παρουσιάζονται οι προοπτικές για
τα οφέλη που συνδέονται με τη χρήση των
-omics τεχνολογιών, όπως τα μεταβολικοποιητικά (metabolomics) και τα μεταγραφικοποιητικά
(transcriptomics) για την επιτάχυνση της αναγνώρισης και της μεγάλης κλίμακας παραγωγής
κατευθυντήριων παραγόντων από καλλιέργεια κυττάρων κάνναβης που έχουν βιοτεχνοποιηθεί.

Λέξεις-κλειδιά: ίνες, κλωστική κάνναβη, κάνναβη, κυτταρίνη, λιγνίνη, κανναβινοειδή, τερπένια,
λιγνάνες (fibers, hemp, Cannabis, cellulose(*), lignin(**), cannabinoids, terpenes, lignans(***))
(*) https://en.wikipedia.org/wiki/Cellulose (**) https://en.wikipedia.org/wiki/Lignin (***)
https://en.wikipedia.org/wiki/Lignan

ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ
Επεξεργασία από:
Eugenio Benvenuto, ENEA, Italian National Agency for New Technologies, Energy and
Sustainable Economic Development, Italy
Αναθεώρηση από:
Biswapriya Biswavas Misra, University of florida, USA Felix Stehle, Technical University of
Dortmund, Germany
*Αλληλογραφία:
Christelle M. Andre christelle.andre@list.lu
Τμήμα ειδικότητας:
Αυτό το άρθρο υποβλήθηκε στη Φυτική Βιοτεχνολογία (Plant Biotechnology), ένα τμήμα του περιοδικού
Frontiers in Plant Science
Ελήφθη: 27 Οκτωβρίου 2015
Αποδοχή: 08 Ιανουαρίου 2016
Δημοσίευση: 04 Φεβρουαρίου 2016
Παραπομπή:
Andre CM, Hausman J-F and Guerriero G (2016) Cannabis sativa: The Plant of the Thousand and One
Molecules. Front. Plant Sci. 7:19.
doi: 10.3389/fpls.2016.00019

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το σημερινό κλιματολογικό και οικονομικό σενάριο ωθεί στη χρήση βιώσιμων πόρων για να μειωθεί η
εξάρτησή μας από τα πετροχημικά προϊόντα και να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα
φυτά είναι πολύτιμοι φυσικοί πόροι, επειδή μπορούν να μας εφοδιάσουν τόσο με φυτοχημικά όσο

και με λιγνανοκυτταρινική βιομάζα. Σε αυτήν την ανασκόπηση, εστιάζουμε στην κάνναβη (Cannabis
sativa L.), δεδομένου ότι αποτελεί πηγή ινών, ελαίου και μορίων και ως εκ τούτου είναι ένα
εμβληματικό παράδειγμα μιας καλλιέργειας πολλαπλών χρήσεων. Αντιμετωπίζουμε τις πτυχές που
σχετίζονται με τη χρήση της βιομάζας hemp (εφ’ εξής: κλωστική κάνναβη) και, εκτενέστερα, εκείνες
που συνδέονται με τη μεγάλη ποικιλία των φυτοχημικών της.

Η κάνναβη είναι γνωστή από την αρχαιότητα για τις φαρμακευτικές και κλωστοϋφαντουργικές της χρήσεις
(Russo et al., 2008, Skoglund et al., 2013), λόγω του πλούσιου ρεπερτορίου των φυτοχημικών, των
ινών και των γεωργικών χαρακτηριστικών της, της αρκετά καλής αντοχής της σε ξηρασία και παράσιτα,
στο καλά αναπτυγμένο ριζικό της σύστημα που εμποδίζει τη διάβρωση του εδάφους, στην χαμηλότερη
απαίτηση νερού σε σχέση με άλλες καλλιέργειες, πχ. το βαμβάκι. Αυτά μας δείχνουν τη μεγάλη ευελιξία
αυτής της καλλιέργειας ινών και ενθαρρύνει μελλοντικές μελέτες επικεντρωμένες τόσο στη (βιο)χημεία
της κάνναβης όσο και στη γενετική μηχανική της. Οι ποικιλίες κλωστικής κάνναβης που παράγουν έλαιο,
βιομάζα ή και τα δύο καλλιεργούνται σήμερα και η διαθεσιμότητα της αλληλουχίας του γονιδιώματος της
κλωστικής κάνναβης βοηθά σε μεγάλο βαθμό τις μοριακές μελέτες σε αυτή τη σημαντική καλλιέργεια (van
Bakel et al., 2011). Επιπλέον, η επιστημονική κοινότητα ενδιαφέρεται πολύ για την αξιοποίηση της
φαρμακολογικής δύναμης της κάνναβης: για παράδειγμα, κατασκευάζονται μικροοργανισμοί για να
παράγουν Δ9-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ (Δ9- tetrahydrocannabinolic acid, THCA) και κανναβιδιολικό
οξύ (cannabidiolic acid, CBDA) (Taura et al., 2007a, Zirpel et al. 2015).

Το τελικό αντικείμενο αυτής εδώ της αναθεώρησης, είναι να συζητηθεί το δυναμικό της κλωστικής
κάνναβης για τη βιομηχανία και να τονιστεί η σημασία της για τη βιο-οικονομία. Συγκεκριμένα: (i)
περιγράφουμε τη χρήση της βιομάζας κλωστικής κάνναβης (δηλαδή των ινών), (ii) εξετάζουμε τα μόρια
κλωστικής κάνναβης βιομηχανικού ενδιαφέροντος (δηλαδή κανναβινοειδή, τερπένια και φαινολικές
ενώσεις), (iii) περιγράφουμε το δυναμικό των τριχωμάτων που είναι τα φαρμακευτικά εργοστάσια της
κλωστικής κάνναβης και (iv) συζητάμε το δυναμικό της γενετικής μηχανικής, περιγράφοντας τη χρήση
εναιωρήματος φυτικών κυττάρων και καλλιεργειών τριχωτού ρίζας.

Ο ΚΟΡΜΟΣ ΤΗΣ ΚΛΩΣΤΙΚΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ: ΜΙΑ ΠΗΓΗ ΙΝΩΝ ΜΕ ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΔΙΑΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Η φυτική λιγνανοκυτταρινική βιομάζα είναι ένας άφθονος ανανεώσιμος πόρος, ο οποίος μπορεί να
παράσχει βιοπολυμερή, ίνες, χημικά και ενέργεια (Guerriero et al., 2014, 2015, 2016). Τα δέντρα
είναι σημαντικά για την προμήθεια ξυλείας, αλλά και τα ταχέως αναπτυσσόμενα ποώδη είδη, όπως η
κλωστική κάνναβη (η οποία έχει περιεχόμενο THC <0,3%, Weiblen et al., 2015), μπορεί να παράσχει
υψηλές ποσότητες βιομάζας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο κορμός της ινώδους αυτής καλλιέργειας
παρέχει τόσο κυτταρινικές όσο και ξυλώδεις ίνες: ο πυρήνας είναι πράγματι λιγνιδοποιημένος, ενώ ο
φλοιός φέρει μεγάλες ίνες πλούσιες σε κυτταρίνη, γνωστές ως ίνες βλαστού (bast fibers) (Εικόνα 1)
(Guerriero et al., 2013).

Αυτή η σύνθεση ετερογενούς κυτταρικού τοιχώματος κάνει τον κορμό της κλωστικής κάνναβης ένα
ενδιαφέρον μοντέλο για να μελετηθεί η βιοσύνθεση δευτερογενούς κυτταρικού τοιχώματος, ειδικότερα τα
μοριακά συμβάντα που υποκρύπτουν την απόθεση των φλοιωδών ινών του βλαστού και των ινών του
ξυλώδους πυρήνα.

Οι ξυλώδεις ίνες κάνναβης (δηλ. τα “hurds” ή “shivs”) χρησιμοποιούνται για τη στρωμνή ζώων λόγω της
υψηλής απορροφητικής τους ικανότητας και για τη δημιουργία ενός υλικού που μοιάζει με σκυρόδεμα.

Οι ίνες βλαστού της κλωστικής κάνναβης χρησιμοποιούνται στον βιοκατασκευαστικό τομέα ως
υποκατάστατο των ινών υάλου. Η αυτοκινητοβιομηχανία είναι ιδιαίτερα πρόθυμη να χρησιμοποιήσει ίνες
από κλωστική κάνναβη για την παραγωγή βιοπλαστικών: το υλικό αυτό είναι ισχυρότερο από το πλαστικό
πολυπροπυλενίου και ελαφρύτερο σε βάρος (Marsh, 2003).

Πέρα από τις εφαρμογές στις κατασκευές και στην αυτοκινητοβιομηχανία, οι ίνες κλωστικής κάνναβης
είναι ελκυστικές και λόγω της φυσικής αντιβακτηριδιακής τους ιδιότητας. Οι ίνες του βλαστού της
κλωστικής κάνναβης έχουν όντως χαρακτηρισθεί ως αντιβακτηριαδιακές (Hao et al., 2014, Khan et al.,
2015) και η χρήση τους για την παρασκευή ενός αντιβακτηριδιακού παράγοντα φινιρίσματος (Bao et al.,
2014), για χειρουργικές συσκευές (Gu, 2006) ή για λειτουργικά υφάσματα (Cassano et al., 2013) έχει
αναφερθεί. Η ιδιότητα αυτή συνδέεται με τη χημική σύνθεση των ινών του βλαστού της κλωστικής
κάνναβης: έχουν εντοπιστεί τόσο ελεύθερες όσο και εστεροποιημένες στερόλες (esterified sterols) και
τριτερπένια (triterpenes), μεταξύ των οποίων η β-σιτοστερόλη (β-sitosterol)

και η β-αμυρίνη (β-amyrin) (Gutiérrez και del Río, 2005). Αυτές οι ενώσεις έχουν γνωστές
αντιβακτηριακές ιδιότητες (Kiprono et al., 2000, Ibrahim, 2012). Οι ίνες του βλαστού της κλωστικής
κάνναβης βρέθηκαν επίσης να περιέχουν κανναβινοειδή (2% του συνολικού εκχυλίσματος μεταβολίτη)
(Bouloc et al., 2013 και αναφορές εντός). Πιο πρόσφατα, το τρίμμα (hurd, από τον εσωτερικό ξυλώδη
πυρήνα του βλαστού) κλωστικής κάνναβης έδειξε αντιβακτηριδιακές ιδιότητες έναντι του Escherichia
coli (Khan et al., 2015). Δεδομένου ότι το hurd έχει υψηλότερη περιεκτικότητα σε λιγνίνη (lignin)
από τις ίνες του κορμού, η αντιβακτηριδιακή του ιδιότητα μπορεί να συνδεθεί με ενώσεις που
σχετίζονται με λιγνίνη όπως φαινολικές ενώσεις καθώς και αλκαλοειδή (alkaloids) και κανναβινοειδή
(Appendino et al., 2008, Khan et al., 2015).

ΦΥΤΟΧΗΜΙΚΑ ΤΗΣ ΚΛΩΣΤΙΚΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ: ΟΙ ΟΔΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
Πολλές χημικές ουσίες παράγονται στην κλωστική κάνναβη μέσω του δευτερογενούς μεταβολισμού. Αυτές
περιλαμβάνουν τα κανναβινοειδή, τα τερπένια και τις φαινολικές ενώσεις (Flores-Sanchez και
Verpoorte, 2008) και θα περιγραφούν περαιτέρω στις επόμενες ενότητες. Αν και οι φαρμακολογικές
ιδιότητες των κανναβινοειδών έχουν μελετηθεί εκτενώς και είναι οι πλέον αναγνωρισμένα βιοενεργά της
κλωστικής κάνναβης, τα άλλα συστατικά δεν έχουν λόγους να τα ζηλεύουν, καθώς έχουν επίσης
συσχετιστεί με ισχυρές ιδιότητες προαγωγής της υγείας. Η έρευνα για τα φυτοχημικά προϊόντα της
κάνναβης, καθώς και η ευρεία χρήση των προϊόντων κάνναβης, έχει περιοριστεί λόγω διαφόρων
παραγόντων, μεταξύ των οποίων η παρανομία της καλλιέργειας (λόγω της ψυχοδραστικότητας και μιας
πιθανής επαγωγής εξάρτησης), της μεταβλητότητας των δραστικών συστατικών και της χαμηλής αφθονίας
ορισμένων από αυτών σε φυτά (in planta). Περαιτέρω προσοχή στρέφεται τώρα προς τα δραστικά
συστατικά της κάνναβης που δεν ανήκουν στα σχετικά με την THC, τα οποία μπορούν να δράσουν
συνεργατικά και να συμβάλουν στη φαρμακολογική δύναμη και την ενθάρρυνση των αποτελεσμάτων των
φαρμάκων με βάση το εκχύλισμα της κάνναβης (Russo, 2011).

Φυτοκανναβινοειδή
Τα φυτοκανναβινοειδή αντιπροσωπεύουν μια ομάδα C21 ή C22 (για τις καρβοξυλιωμένες μορφές)
τερνοφαινολικές ενώσεις (terpenophenolic compounds) που παράγονται κατά κύριο λόγο στην κάνναβη.
Έχουν αναφερθεί επίσης σε φυτά από το γένος Radula και Helichrysum (Appendino

et al., 2008), αλλά οι γνώσεις μας σχετικά με την πηγή κανναβινοειδών που δεν προέρχονται από την
κάνναβη είναι ακόμη σε νηπιακό στάδιο (Gertsch et al., 2010). Πάνω από 90 διαφορετικά κανναβινοειδή
έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία, αν και μερικά από αυτά είναι προϊόντα διάσπασης (ElSohly και
Slade, 2005, Brenneisen, 2007, Radwan et al., 2009, Fischedick et al., 2010) και κατηγοριοποιούνται
σε 10 υποκατηγορίες (Brenneisen, 2007). Σε αυτήν την ανασκόπηση, θα επικεντρωθούμε στις πιο άφθονες
ενώσεις που βρίσκονται στην κάνναβη και είναι φαρμακευτικού τύπου και τύπου σε ίνες. Οι κυρίαρχες
ενώσεις είναι THCA, CBDA και κανναβινολικό οξύ (CBNA), ακολουθούμενες από το κανναβιγερολικό οξύ
(CBGA), το κανναβιχρωμενικό οξύ (CBCA) και το κανναβινοδιολικό οξύ (CBNDA) (ElSohly και Slade,
2005). Το THCA είναι το κυριότερο κανναβινοειδές στην φαρμακευτικού τύπου κάνναβη, ενώ το CBDA
κυριαρχεί στην κάνναβη τύπου για ίνες. Το CBCA έχει αναφερθεί ότι κυριαρχεί στα κανναβινοειδή των
νεαρών φυτών και μειώνεται με την ωρίμανση (Meijer et al., 2009). Τα φυτοκανναβινοειδή οξέα είναι
μη ενζυματικώς αποκαρβοξυλιωμένα στις αντίστοιχες ουδέτερες μορφές τους, τα οποία εμφανίζονται τόσο
εντός του φυτού όσο και, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, κατά τη θέρμανση μετά τη συγκομιδή
(Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008). Τα φυτοκανναβινοειδή συσσωρεύονται στην εκκριτική κοιλότητα
των αδενικών τριχωμάτων, τα οποία εμφανίζονται σε μεγάλο βαθμό στα θηλυκά άνθη και στα περισσότερα
εναέρια μέρη των φυτών, όπως περιγράφεται περαιτέρω στην επόμενη ενότητα. Έχουν επίσης ανιχνευθεί
σε χαμηλή ποσότητα σε άλλα μέρη των φυτών, συμπεριλαμβανομένων των σπόρων (Ross et al., 2000), των
ριζών (Stout et al., 2012) και της γύρης (Ross et al., 2005), ανάλογα με τον τύπο των φυτών
κάνναβης, τον φαρμακευτικό τύπο ή το τύπο για ίνες, όπως περιγράφεται στον Πίνακα 1. Γενικότερα, η
συγκέντρωση αυτών των ενώσεων εξαρτάται από τον τύπο του ιστού (Πίνακας 1), την ηλικία, την
ποικιλία, τις συνθήκες ανάπτυξης (στοιχεία τροφής, υγρασία, επίπεδο φωτός), τον χρόνο συγκομιδής
και τις συνθήκες αποθήκευσης (Khan et al., 2014). Το επίπεδο των φυτοκανναβινοειδών στους σπόρους
της κλωστικής κάνναβης, και ως εκ τούτου και στο κανναβινέλαιο (δηλ. το σπορέλαιο), θα πρέπει να
είναι πολύ χαμηλό, καθώς ο πυρήνας περιέχει μόνο ποσότητα σε ίχνος από THC ή CBD (Leizer et al.,
2000, Ross et al., 2000). Ωστόσο, υψηλότερες συγκεντρώσεις THC εντοπίζονται στην εξωτερική
επιφάνεια του στρώματος του σπόρου, ενδεχομένως ως αποτέλεσμα μόλυνσης (εναπόθεσης) από τα φύλλα ή
τα λουλούδια (Ross et al., 2000). Πρόσφατα, σημαντικές ποσότητες κανναβινοειδών, και ιδιαίτερα της
THC, βρέθηκαν σε πέντε από τα 11 δείγματα ελαίου από σπόρους κλωστικής κάνναβης που διατίθεται
στην Κροατική αγορά, γεγονός που

υποδηλώνει ότι οι μολύνσεις οφείλονται τόσο σε ακατάλληλες διαδικασίες επεξεργασίας όσο και στην
παράνομη χρήση φαρμακευτικού τύπου κάνναβης (που έχουν αναλογία THC + CBN/CBD > 1) για βρώσιμους
σκοπούς (Petrovic et al., 2015). Τα κανναβινοειδή στα φύλλα έχει δειχθεί ότι μειώνονται με την
ηλικία και κατά μήκος του άξονα του κορμού, με τα υψηλότερα επίπεδα να παρατηρούνται στα φύλλα των
ανώτατων κόμβων (Pacifico et al., 2008). Τα περιεχόμενα κανναβινοειδή στον κορμό είναι λιγοστά όπως
αναφέρεται στην βιβλιογραφία. Μια ανάλυση που διεξήχθη επί της σκόνης που προέκυψε από την κορυφή
κορμού κλωστικής κάνναβης (χαμηλό ποσοστό ινών βλαστού) έδειξε χαμηλή περιεκτικότητα σε THC και CBD
(0,04 και 1,3% κατά μέσο όρο αντίστοιχα) (Cappelletto et al., 2001). Στο Kortekaas et al. (1995)
αναλύθηκε η περιεκτικότητα σε κανναβινοειδή του μαύρου υγρού της κλωστικής κάνναβης. Το άθροισμα
των κλασμάτων THC και CBD (χωρίς αναφορά των διακριτών ποσοτήτων καθενός από αυτά) στα εκχυλίσματα
από το ξύλο κορμού κλωστικής κάνναβης και από τον φλοιό ήταν 2 και 1%, αντίστοιχα, που
αντιπροσωπεύουν το 0,003 και το 0,0005% της συνολικής περιεκτικότητας στις ίνες.


Εικόνα 1: Ανατομικές λεπτομέρειες του κορμού της κάνναβης. (A) Κορμός ενήλικου φυτού (περίπου 2
μήνες). (Β) Ο κορμός μπορεί να ξεφλουδισθεί και να παρουσιάσει έναν ξυλώδη πυρήνα και έναν φλοιό με
ίνες κορμού. (C) Το διαμήκες τμήμα του κορμού κλωστικής κάνναβης με μπλε χρώμα τολουϊδίνης που
δείχνει τον φλοιό με μια δέσμη ινών του κορμού (λευκός αστερίσκος) και τον πυρήνα με τα ξυλώδη
στοιχεία (μαύρος αστερίσκος).

Η βιοσυνθετική οδός που οδηγεί στα φυτοκανναβινοειδή
Η βιοσύνθεση των κανναβινοειδών από την C. sativa μόλις πρόσφατα διασαφηνίστηκε. Οι πρόδρομοι των
κανναβινοειδών στην πραγματικότητα προέρχονται από δύο διακριτές βιοσυνθετικές οδούς: την οδό
πολυκετιδίου

(polyketide), που δίνει αύξηση του olyvetolic acid (OLA) και της οδού plastidal
2-C-methyl-D-erythritol 4-phosphate (MEP), που οδηγεί στη σύνθεση geranyl diphosphate (GPP)
(Sirikantaramas et al., 2007) (Εικόνα 2). Το OLA σχηματίζεται από hexanoyl-CoA, που προέρχεται από
το εξανοϊκό λιπαρό οξύ βραχείας αλυσίδας (Stout et al., 2012), με συμπύκνωση αλδόλης με τρία μόρια
malonyl-CoA. Αυτή η αντίδραση καταλύεται από ένα πρόσφατα ανακαλυφθέν ένζυμο, το polyketide
synthase (PKS) και μια olivetolic acid cyclase (OAC) (Gagne et al., 2012). Η
geranylpyrophosphate:olivetolate geranyltransferase καταλύει την αλκυλίωση του OLA με GPP που
οδηγεί στο σχηματισμό του CBGA, κεντρικού προδρόμου των διαφόρων κανναβινοειδών (Fellermeier και
Zenk, 1998). Τρεις oxidocyclases τότε είναι υπεύθυνες για την ποικιλομορφία των κανναβινοειδών: η
THCA synthase (THCAS) μετατρέπει την CBGA σε THCA, ενώ η CBDA synthase (CBDAS) διαμορφώνει την CBDA
και η CBCA synthase (CBCAS) παράγει CBCA (Sirikantaramas et al., 2004, 2005, Taura et al., 2007b).
Τα propyl κανναβινοειδή (κανναβινοειδή με μία πλευρική αλυσίδα C3, αντί της μίας πλευρικής αλυσίδας
C5), όπως το τετραϋδροκανναβιβαρινικό οξύ (THCVA), που συντίθεται από ένα πρόδρομο divarinolic
acid, έχουν επίσης αναφερθεί στην κάνναβη (Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008) .

Πίνακας 1

Οφέλη για την υγεία που συνδέονται με τα κανναβινοειδή
Η φαρμακολογία των φυτοκανναβινοειδών έχει προηγουμένως αναθεωρηθεί αλλού (Pacher et al., 2006,
Russo, 2011, Hill et al., 2012, Giacoppo et al., 2014, Burstein, 2015) και μια σύντομη περίληψη και
ενημέρωση σχετικά με αυτά θα παρουσιαστεί στη συνέχεια.

Οι περισσότερες από τις βιολογικές ιδιότητες που σχετίζονται με τα

κανναβινοειδή βασίζονται στις αλληλεπιδράσεις τους με το ενδοκανναβινοειδές σύστημα στους
ανθρώπους. Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα περιλαμβάνει δύο υποδοχείς κανναβινοειδών συζευγμένους με
πρωτεΐνη G, τους CB1 και CB2, καθώς και δύο ενδογενείς υποκαταστάτες προσδέματος, τα λεγόμενα
ενδοκανναβινοειδή, το ανανδαμίδιο και την 2- αραχιδονυλγλυκερόλη. Τα ενδοκανναβινοειδή πιστεύεται
ότι διαμορφώνουν ή ότι παίζουν ένα ρυθμιστικό ρόλο σε μια ποικιλία φυσιολογικών διεργασιών που
συμπεριλαμβάνουν την όρεξη, την αίσθηση του πόνου, τη διάθεση, τη μνήμη, τη φλεγμονή, την
ινσουλίνη, την ευαισθησία και τον μεταβολισμό του λίπους και της ενέργειας (De Petrocellis et al.,
2011, Di Marzo και Piscitelli, 2015). Η ψυχοδραστική αποκαρβοξυλιωμένη μορφή της THCA, η THC, είναι
ένας μερικός αγωνιστής και των δύο υποδοχέων CB1 και CB2, αλλά έχει υψηλότερη φυσιογνωμία για τον
υποδοχέα CB1, ο οποίος φαίνεται να διαμεσολαβεί στις ψυχοδραστικές της ιδιότητες. Εκτός του ότι
είναι παρόντες στο κεντρικό νευρικό σύστημα και σε όλο τον εγκέφαλο, οι υποδοχείς CB1 βρίσκονται
επίσης στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και στους ιστούς του γαστρεντερικού, του
αναπαραγωγικού, των επινεφριδίων, της καρδιάς, των πνευμόνων και της ουροδόχου κύστης, όπου τα
κανναβινοειδή μπορεί επομένως να ασκούν επίσης τις δραστηριότητές τους. Οι υποδοχείς CB2 πιστεύεται
ότι έχουν ανοσορρυθμιστικές επιδράσεις και ρυθμίζουν τη δραστικότητα των κυτοκινών. Αλλά η THC έχει
στην πραγματικότητα περισσότερο ως μοριακούς στόχους ακριβώς τους CB1 και CB2 υποδοχείς και
δεικνύει ισχυρές αντι-φλεγμονώδεις, αντι-καρκινικές, αναλγητικές, μυοχαλαρωτικές,
νευρο-αντιοξειδωτικές (De Petrocellis et al., 2011) και αντι- σπασμωδικές δραστηριότητες (Pacher et
al., 2006). Ωστόσο, η THC έχει επίσης συσχετιστεί με διάφορες παρενέργειες, όπως το άγχος, τα
χολινεργικά ελλείμματα και την ανοσοκαταστολή (Russo, 2011). Το CBDA είναι το πιο διαδεδομένο
φυτοκανναβινοειδές στην κλωστική κάνναβη και το δεύτερο σημαντικότερο στους φαρμακευτικούς
χημειοτύπους της κάνναβης. Η CBD (αποκαρβοξυλίωση της CBDA) παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία
φαρμακολογικών ιδιοτήτων, όπως περιγράφεται πρόσφατα στο Burstein (2015), η οποία είχε υποβαθμιστεί
για πολλά χρόνια, σε σύγκριση με την THC. Η CBD ενεργεί ακόμη ως σημαντική ένωση ενθάρρυνσης καθώς
είναι σε θέση να μειώσει τις παρενέργειες της THC (Englund et al., 2012), και έτσι μπορεί να
αυξήσει την ασφάλεια στην χορήγηση των εκχυλισμάτων με βάση την κάνναβη. Η ίδια η CBD έχει
αποδειχθεί in vitro και σε μελέτες σε ζώα ότι κατέχει, μεταξύ άλλων, αντι-αγχωτικές, αντι-ναυτίας,
αντι-αρθριτικές, αντι- ψυχωτικές, αντιφλεγμονώδεις και ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες (Burstein,
2015). Η CBD είναι ένα πολλά υποσχόμενο κανναβινοειδές καθώς έχει επίσης δείξει δυναμικό ως θεραπευτικός παράγοντας σε προκλινικά μοντέλα ασθενειών του κεντρικού νευρικού
συστήματος όπως η επιληψία, οι νευροεκφυλιστικές ασθένειες, η σχιζοφρένεια, η πολλαπλή σκλήρυνση,
οι συναισθηματικές διαταραχές και η κεντρική ρύθμιση της συμπεριφοράς της όρεξης (Hill et al.,
2012). Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η CBD παρουσιάζει επίσης ισχυρές αντιμυκητιακές και
αντιβακτηριδιακές ιδιότητες και μια ενδιαφέρουσα ισχυρή δραστικότητα έναντι του ανθεκτικού στη
μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus (MRSA) (Appendino et al., 2008). Μετά την THC και την CBD, η CBC
είναι το τρίτο πιο διαδεδομένο φυτοκανναβινοειδές. Η CBC παρουσιάζει ιδιαιτέρως αντιφλεγμονώδεις,
αντιαισθητικές, αναλγητικές (Davong et al., 2010), αντιβακτηριδιακές και αντιμυκητικές ιδιότητες
(Eisohly et al., 1982). Η CBC είναι επίσης ένας ισχυρός αναστολέας πρόσληψης ανανδαμιδίου, ένας
ενδογενής υποκαταστάτης των υποδοχέων CB (De Petrocellis et al., 2011). Η CBN είναι προϊόν
αποικοδόμησης της THC και συναντάται κυρίως στην ώριμη κάνναβη. Η CBN έχει διπλάσια χαμηλότερη τιμή
για τους υποδοχείς CB1 και τριπλάσια υψηλότερη τιμή για τους υποδοχείς CB2, σε σύγκριση με την THC.
Επομένως, επηρεάζει τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος περισσότερο από ότι το κεντρικό
νευρικό σύστημα, όπως αναφέρεται στο (McPartland και Russo, 2001). Οι τρέχουσες θεραπευτικές αγωγές
βασισμένες σε κανναβινοειδή περιορίζονται σε ειδικές περιπτώσεις, δηλαδή στην σπαστικότητα που
σχετίζεται με τη πολλαπλή σκλήρυνση σε ενήλικες ασθενείς, στη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου
που συνδέεται με τις θεραπείες για τον καρκίνο, στην τόνωση της όρεξης σε HIV θετικούς ασθενείς
(Giacoppo et al., 2014, Lynch και Ware, 2015). Στο Borrelli et al., (2013), υπογραμμίζονται τα
ευεργετικά αποτελέσματα της CBG στην κολίτιδα σε ποντίκια, υποδηλώνοντας ότι αυτό το κανναβινοειδές
θα πρέπει επίσης να εξεταστεί για την κλινική εμπειρία σε ασθενείς που εμφανίζουν φλεγμονώδη νόσο
του εντέρου.


Εικόνα 2: Σχηματική άποψη των βιοσυνθετικών οδών που οδηγούν στους δευτερεύοντες μεταβολίτες της
κάνναβης που συζητήθηκαν σε αυτή την ανασκόπηση. Η μεταφορά προδρόμων αντιπροσωπεύεται από
διακεκομμένα βέλη, ενώ οι άμεσες καταλυτικές αντιδράσεις απεικονίζονται με έντονα βέλη. Δείτε το
κείμενο για τις λεπτομερείς διαδρομές. Χρησιμοποιούμενες συντμήσεις: IPP, isopentenyl diphosphate
(διφωσφορικός ισοπεντενυλεστέρας). DMAPP, dimethylallyl diphosphate (διφωσφορικό διμεθυλαλλύλιο),
GPP, geranyl diphosphate (διφωσφορικό γερανύλιο), FPP, farnesyl diphosphate (διφωσφορικός
φαρνεσυλεστέρας), MVA, mevalonate (μεβαλονικό), MEP, methylerythritol phosphate (φωσφορική
μεθυλερυθριτόλη).

Ανεπιθύμητες επιδράσεις των κανναβινοειδών στην υγεία
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ψυχαγωγική και ιατρική χρήση της κάνναβης καθώς και της THC και
άλλων συνθετικών κανναβινοειδών έχει επίσης συσχετιστεί με πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες. Δύο
πρόσφατες ανασκοπήσεις (Volkow et al., 2014, van Amsterdam et al., 2015) ανέφεραν κυρίως τις
δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία που συνδέονται με τη χρήση της φυσικής κάνναβης και των συνθετικών
κανναβινοειδών, αντίστοιχα. Όταν προσαρμόζονται για χρήσεις όπως το κάπνισμα, η επίδραση της
βραχυπρόθεσμης και μακροχρόνιας χρήσης φαίνεται να είναι παρόμοια και για τους δύο τύπους
κατανάλωσης και συνδέεται άμεσα με το επίπεδο της THC ή του συνθετικού της αναλόγου. Το
περιεχόμενο της ψυχαδραστικής κάνναβης έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 30 χρόνια (από 3% τη
δεκαετία του ’80 σε σχεδόν 20% τώρα, όπως αναφέρεται στον Πίνακα 1), με πολύ χαμηλό επίπεδο των
άλλων κανναβινοειδών, όπως η CBD. Στις επιπτώσεις της βραχυπρόθεσμης χρήσης περιλαμβάνονται
ελλείμματα στη μνήμη και γνωστικά ελλείμματα, μειωμένος κινητικός συντονισμός και ψύχωση. Η μακροχρόνια χρήση της
THC έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εθισμού, γνωστικής δυσλειτουργίας, αλλοιωμένης ανάπτυξης
του εγκεφάλου όταν η αρχική χρήση έγινε σε πρώιμη εφηβεία και αυξημένο κίνδυνο χρόνιας διαταραχής
ψύχωσης συμπεριλαμβανομένης της σχιζοφρένειας. Ο προστατευτικός ρόλος που θα μπορούσε να
διαδραματίσει η CBD για την άμβλυνση αυτών των αρνητικών επιπτώσεων είναι πλέον καλά εδραιωμένος
και τεκμηριωμένος (Iseger και Bossong, 2015).

Τερπένια
Τα τερπένια αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα φυτοχημικών, με περισσότερα από 100 μόρια να εντοπίζονται
στην κάνναβη (Rothschild et al., 2005, Brenneisen, 2007). Τα τερπένια είναι υπεύθυνα για την οσμή
και τη γεύση των διαφόρων ποικιλιών της κάνναβης (αναφέρονται και ως αρωματικά μόρια). Ως εκ
τούτου, συνέβαλαν πιθανότατα στην επιλογή των ψυχοδραστικών στελεχών κάνναβης για την από τον
άνθρωπο εξημέρωση τους (Small, 2015). Τα τερπένια ταξινομούνται σε ποικίλες οικογένειες σύμφωνα με
τον αριθμό των επαναλαμβανόμενων μονάδων δομικών στοιχείων με 5-άνθρακες (μονάδες ισοπρενίου), όπως
μονο-τερπένια με 10-άνθρακες, σεσκι-τερπένια με 15-άνθρακες και τρι-τερπένια προερχόμενα από
σκελετό με 30- άνθρακες(*). Η απόδοση και η κατανομή των τερπενίων στο φυτό ποικίλλουν ανάλογα με
πολλές παραμέτρους, όπως είναι οι διαδικασίες για την απόκτηση του αιθέριου ελαίου, οι
περιβαλλοντικές συνθήκες ή η ωριμότητα του φυτού (Meier και Mediavilla, 1998, Brenneisen, 2007). Τα
μονο- και σεσκι- τερπένια ανιχνεύθηκαν στα λουλούδια, στις ρίζες και στα φύλλα της κάνναβης, με τα
εκκριτικά αδενικά τριχίδια (τα τριχώματα) ως τον κύριο χώρο παραγωγής τους. Τα μονο-τερπένια
κυριαρχούν γενικά στο πτητικό προφίλ τερπενίου (από 3,1 έως 28,3 mg g-1 ξηρού βάρους λουλουδιών,
Fischedick et al., 2010) και περιλαμβάνουν κυρίως δ-λιμονένιο, β-μυρσένιο, α- και β- πινένιο,
τερπινόλη και λιναλοόλη. Τα σεσκι-τερπένια, το β-καρυοφυλλένιο και το α-βουτυλένιο ειδικότερα,
εμφανίζονται επίσης σε μεγάλο βαθμό στα εκχυλίσματα κάνναβης (από 0,5 έως 10,1 mg g-1 ξηρού βάρους
λουλουδιών, Fischedick et al., 2010). Τα τρι-τερπένια έχουν επίσης ανιχνευθεί σε ρίζες κλωστικής
κάνναβης, όπως η φριεδελίνη και η επιφριεδελανόλη (Slatkin et al., 1971), σε ίνες κλωστικής
κάνναβης όπως η β-αμυρίνη (Gutiérrez and del Rio, 2005) και σε έλαιο σπόρων κλωστικής κάνναβης όπως
η κυκλοαρτενόλη, η β- αμυρίνη και νταμμαραδιενόλη (Paz et al., 2014).
(*) Ημιτερπένια (1 μονάδα ισοπρενίου, 5 άνθρακες), Μονοτερπένια (2
μονάδες ισοπρενίου, 10 άνθρακες), Σεσκιτερπένια (3 μονάδες ισοπρενίου, 15 άνθρακες),

Διτερπένια (4 μονάδες ισοπρενίου, 20 άνθρακες), Σεστερτερπένια (5 μονάδες ισοπρενίου, 25
άνθρακες), Τριτερπένια (6 μονάδες ισοπρενίου, 30 άνθρακες), Τετρατερπένια (8 μονάδες
ισοπρενίου, 40 άνθρακες), Πολυτερπένια (μεγάλος αριθμός μονάδων ισοπρενίου, περισσότεροι από
40 άνθρακες) https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B5%CE
%BD%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE

Τα τερπένια, μαζί με τα κανναβινοειδή, έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία ως χημειοταξινομικοί
δείκτες στην κάνναβη, καθώς και τα δύο θεωρούνται ως οι κύριοι φυσιολογικοί δραστικοί δευτερογενείς
μεταβολίτες (Fischedick et al., 2010, Elzinga et al., 2015). Όταν αναπτύχθηκαν σε τυποποιημένες
συνθήκες, διαπιστώθηκε σημαντική και θετική συσχέτιση μεταξύ του επιπέδου των τερπενίων και των
κανναβινοειδών (Fischedick et al., 2010). Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι τα μονο- και
σεσκι-τερπένια συντίθενται στα ίδια αδενικά τριχώματα στα οποία παράγονται και τα κανναβινοειδή
(Meier και Mediavilla, 1998). Αυτή η συσχέτιση, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε σε ένα μεγαλύτερο πάνελ
δειγμάτων προερχόμενων από διαφορετικές προελεύσεις (Elzinga et al., 2015).

Οι βιοσυνθετικές διαδρομές που οδηγούν στις διαφορετικές τάξεις των τερπενίων
Δύο διαφορετικές βιοσυνθετικές οδοί συμβάλλουν, στα πρώτα βήματα τους, στη σύνθεση των τερπενίων
που προέρχονται από φυτά (Εικόνα 2). Το cytosolic mevalonic acid (MVA) μονοπάτι, εμπλέκεται στη
βιοσύνθεση των σεσκι-, και τρι-τερπενίων, το plastid-localized (MEP) μονοπάτι, συμβάλλει στην
σύνθεση των μονο-, δι-, και τετρα-τερπενιών (Bouvier et al., 2005). Τα MVA και MEP παράγονται με
διάφορα και ξεχωριστά στάδια, από δύο μόρια acetyl-coenzyme A και από pyruvate και
D-glyceraldehyde-3-phosphate, αντίστοιχα. Μετατρέπονται περαιτέρω σε isopentenyl diphosphate (IPP)
και ισομερίζονται σε dimethylallyl diphosphate (DMAPP), στο τελικό σημείο των οδών MVA και MEP. Στο
cytosol, δύο μόρια του ΙΡΡ (C5) και ένα μόριο DMAPP (C5) συμπυκνώνονται για να παραχθεί farnesyl
diphosphate (FPP, C15) με farnesyl diphosphate synthase (FPS). Το FPP χρησιμεύει ως πρόδρομος για
τα σεσκι-τερπένια (C15), τα οποία σχηματίζονται από συνθετάσες τερπενίου και μπορούν να
διακοσμηθούν από άλλα διάφορα ένζυμα. Τα δύο μόρια FPP συμπυκνώνονται με squalene synthase (SQS)
στο ενδοπλασματικό δίκτυο για να παράγουν squalene (C30), τον πρόδρομο για τα τρι-τερπένια και τις
στερόλες, τα οποία παράγονται από oxidosqualene cyclases (OSC) και τροποποιούνται από διάφορα ένζυμα συρραφής. Στο plastid, ένα μόριο IPP και ένα μόριο DMAPP
συμπυκνώνονται για να σχηματίσουν GPP (C10) με GPP synthase (GPS). Η GPP είναι ο άμεσος πρόδρομος
για τα μονο-τερπένια (Kempinski et al., 2015).

Οφέλη για την υγεία που σχετίζονται με τα τερπένια
Τα τερπένια είναι λιπόφιλες ενώσεις διασχίζουν εύκολα τις μεμβράνες και το φράγμα αίματος-εγκεφάλου
ειδικότερα (Fukumoto et al., 2006). Παρουσιάζουν ένα ευρύ φάσμα φαρμακολογικών ιδιοτήτων, οι οποίες
έχουν περιγραφεί πρόσφατα σε αρκετές ανασκοπήσεις (Russo, 2011, Singh και Sharma, 2015). Οι
βιολογικές δραστικότητες του δ-λιμονένιου, που επίσης βρίσκεται ευρέως σε αιθέρια έλαια Citrus,
έχουν περιγραφεί καλά στη βιβλιογραφία. Παρουσιάζει κυρίως ισχυρές αντικαρκινικές, αγχολυτικές και
ανοσοδιεγερτικές ιδιότητες σε ανθρώπους (Komori et al., 1995). Το β- μυρσένιο, ένα τερπένιο που
απαντάται συνήθως στον λυκίσκο, αναγνωρίζεται ως ισχυρό αντιφλεγμονώδες, αναλγητικό και αγχολυτικό
συστατικό (Cleemput et al., 2009). Το α-πινένιο είναι ένας ακετυλοχολινεστερικός αναστολέας και
μπορεί έτσι να βοηθήσει τις ικανότητες μνήμης (Kennedy et al., 2011), οι οποίες θα μπορούσαν να
εξουδετερώσουν τα ελλείμματα μνήμης που επάγονται από την THC. Η λιναλοόλη, βρίσκεται συνήθως στην
Lavandula angustifolia, κατέχει παρόμοιες ιδιότητες με αυτές που περιγράφονται για τους ομολόγους
του μονο-τερπενίου της, δηλαδή, αναλγητικές, αντι- αγχωτικές, αντι-φλεγμονώδεις και αντισπασμικές
(Russo, 2011). Το β- καρυοφυλλένιο, ένα πολύ γνωστό ενεργό συστατικό στο μαύρο πιπέρι και στο
βάλσαμο Copaiba, διαθέτει ισχυρές αντι-φλεγμονώδεις και γαστρικές δραστηριότητες προστασίας των
κυττάρων (Singh και Sharma, 2015). Είναι ενδιαφέρον ότι συνδέεται επιλεκτικά με τον υποδοχέα CB2
και συνεπώς μπορεί τεχνικά να θεωρηθεί ως ένα φυτοκανναβινοειδές (Gertsch et al., 2008). Τα
πεντακυκλικά τρι-τερπένια όπως β-αμυρίνη και η κυκλοαρτενόλη έχει αποδειχθεί ότι διαθέτουν
πολυάριθμες βιολογικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων αντι-βακτηριδιακών, αντι-μυκητισιακών,
αντι- φλεγμονωδών και αντι-καρκινικών ιδιοτήτων (Vázquez et al., 2012, Moses et al., 2013). Αυτά τα
τρι-τερπένια συνεισφέρουν σημαντικά στις φαρμακολογικές ιδιότητες πολλών φαρμακευτικών βοτάνων
(Kirby et al., 2008, Yadav et al., 2010, Sawai και Saito, 2011).

Φαινολικές ενώσεις
Οι φαινολικές ενώσεις, επίσης γνωστές ως φαινυλοπροπανοειδή (phenylpropanoids), αποτελούν μία
από τις πλέον διαδεδομένες ομάδες δευτερογενών μεταβολιτών στο φυτικό βασίλειο. Παρουσιάζουν περισσότερες από 10.000 διαφορετικές
δομές, συμπεριλαμβανομένων των φαινολικών οξέων, όπως βενζοϊκό και υδροξυκινναμωμικό οξύ,
φλαβονοειδών όπως φλαβονόλες και φλαβόνες, στιλβένια και λιγνάνες (Andre et al., 2010). Στην
κάνναβη, έχουν εντοπιστεί περίπου 20 φλαβονοειδή, τα οποία ανήκουν κυρίως στις υποκατηγορίες
φλαβόνες και φλαβονόλες (Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008). Σε αυτά περιλαμβάνονται οι
O-glycoside εκδόσεις των aglycones apigenin, luteolin, kaempferol και quercetin, όπως επίσης
cannflavin A και cannflavin B, οι οποίες είναι methylated isoprenoid φλαβόνες που είναι μοναδικές
στην κάνναβη (Εικόνα
2) (Ross et al., 2005). Τα φαινολικά αμίδια και οι λιγναναμίδες έχουν επίσης περιγραφεί σε σπόρους
και ρίζες κάνναβης (Sakakibara et al., 1992, Lesma et al., 2014). Οι λιγναναμίδες ανήκουν στην
κατηγορία των λιγνανών ενώσεων και περιλαμβάνουν ενώσεις τύπου κανναβισίνη (cannabisin) (των τύπων
Α-, Β-, C-, D-, Ε-, Ρ-, και G) και grossamide (Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008). Παρόμοιες
ενώσεις, όπως η κανναβισίνη D, έχουν περιγραφεί στα φύλλα κάνναβης, όπου βρέθηκαν έντονα κατά τη
ακτινοβολία με UV-C (Marti et al., 2014). Ενδιαφέρουσες ποσότητες λιγνάνων βρέθηκαν πρόσφατα στο
υδρόφιλο εκχύλισμα σπόρων κάνναβης. Το προφίλ της λιγνάνης των σπόρων κάνναβης κατέδειξε ότι
κυριαρχείται από τη συριγγαρσεσινόλη και τη μεμιωρεζινόλη, ακολουθούμενη από τη
σεκοζολαρσιρεσινόλη, τη λαρικιρεσινόλη και την πινορεζολόλη (Smeds et al., 2012). Οι σπόροι
κάνναβης περιέχουν, ωστόσο, περίπου 20 φορές λιγότερες συνολικές λιγνάνες (32 mg συνολικών
λιγνάνων ανά 100 g ξηρού βάρους) από ότι οι λιναρόσποροι, μια γνωστή πηγή λιγνάνων. Είναι
ενδιαφέρον ότι η περιεκτικότητα σε λιγνάνη σε σπόρους κάνναβης αντιπροσωπεύει μόνο το 1% της
περιεκτικότητας σε ολόκληρους σπόρους (Smeds et al., 2012). Δεκαεννέα στιλβένια έχουν απομονωθεί
στην κάνναβη με χαρακτηριστικές δομικές ραχοκοκαλίες όπως σπιράνια, φαινανθρένια και βιβενζύλια
(Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008). Περιλαμβάνουν μόρια όπως το κανναβιστιλβένιο I, IIa και IIb,
καθώς και τη διυδροισβερατρόλη. Είναι ενδιαφέρον ότι τα στιλβένια βιβενζυλίου, συμπεριλαμβανομένης
της putative 3-O-methylbatatasin, βρέθηκαν έντονα στα φύλλα της κάνναβης με υπεριώδεις ακτινοβολίες
(Marti et al., 2014).

Η βιοσυνθετική οδός που οδηγεί στις διαφορετικές τάξεις των φαινολικών ενώσεων
Οι φαινολικές ενώσεις παράγονται μέσω της οδού φαινυλοπροπανοειδούς στο κυτταρόπλασμα και στη
συνέχεια μεταφέρονται στο κενοτόπιο ή εναποτίθενται στο κυτταρικό τοίχωμα (Εικόνα 2). Διαδρομές με τις κύριες κατηγορίες των φαινολικών
ενώσεων περιλαμβάνουν (i) τον πυρήνα φαινυλοπροπανοειδούς μονοπατιού από φαινυλαλανίνη σε ένα
ενεργοποιημένό (υδροξύ) παράγωγο κινναμωμικού οξέος (p-coumaroyl CoA), μέσω της δράσης της
φαινυλαλανίνης-αμμωνια-λυάσης (PAL), κιναμωμική 4- υδροξυλάση (C4H, ένα κυτοχρώμιο Ρ450) και
4-κουμαρική-CοΑ λιγάση (4CL), καθώς και ειδικές οδούς διακλάδωσης για το σχηματισμό (ii) απλών
εστέρων, λιγνινών και λιγνανών, (iv) και (v) stilbenes (Andre et al., 2009, Naoumika et al., 2010,
Docimo et al., 2013) (Εικόνα 2). Αν και η φλαβονοειδής οδός έχει μελετηθεί εκτεταμένα σε πολλά
φυτά, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για τη βιοσύνθεση των φλαβονοειδών στην κάνναβη. Γενικά,
οι λιγνάνες όπως η σεζοϊσολαρσιριζίνη παράγονται στα φυτά με στερεοεπιλεκτική σύζευξη ημίσεων
κωνοφίλης αλκοόλης, μέσω δύο ξεχωριστών πρωτεϊνών διεγέρτη, δημιουργώντας (+) ή (-) πινορεζινόλη.
Κάθε πινορεζινόλη μπορεί στη συνέχεια να μειωθεί περαιτέρω εναντιοεξειδικώς σε λακρισιρεζινόλη και
σεκοσολαρυσιριζίνη (Dalisay et al., 2015). Τα βασικά μοριακά συμβάντα που σχετίζονται με τη
βιοσύνθεση των λιγναναμιδίων είναι ακόμη άγνωστα. Η δομή αυτών των μορίων υποδηλώνει, ωστόσο,
συμπύκνωση των προδρόμων τυραμίνης και CoA-εστέρων κουμαρικού, καφεϊκού και κωνοειδούς οξέος
(Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008), ακολουθούμενη από μία αντίδραση οξειδωτικής σύζευξης
καταλυόμενη από μια πρωτεΐνη διεγέρτη, όπως περιγράφεται για τις λιγνάνες. Η φλαβονοειδής οδός
αρχίζει με συμπύκνωση του p-coumaroyl CoA με τρία μόρια malonyl-CoA (Εικόνα 2). Η naringenin
chalcone ισομερίζεται ταχέως από το ένζυμο chalcone isomerase (CHI) για να σχηματίσει naringenin,
το σημείο διακλάδωσης των φλαβονολών από τη μία πλευρά και των φλαβόνων από την άλλη. Η flavanone
3-hydroxylase (F3H) μπορεί στη συνέχεια να υδροξυλιώσει naringenin για να παραχθεί dihydroflavonol,
dihydrokaempferol, η οποία μπορεί να υδροξυλιωθεί περαιτέρω με flavonoid 31 hydroxylase (F31H) για
να σχηματίσει dihydroquercetin. Η dihydrokaempferol και η dihydroquercetin είναι υποστρώματα
flavonol synthase (FlS), η οποία καταλύει την παραγωγή φλαβονολών kaempferol και quercetin
αντίστοιχα. Η naringenin μπορεί εναλλακτικά να μετατραπεί σε apigenin, μέσω αντίδρασης καταλυόμενης
από flavone synthase (FNS). Η apigenin μπορεί να υδροξυλιωθεί περαιτέρω από μια flavonoid 31
hydroxylase (F31H) για να σχηματίσει luteolin που είναι πιθανόν ο πρόδρομος των ποικίλων
cannflavins (Flores-Sanchez και Verpoorte, 2008).

Οφέλη για την υγεία που συνδέονται με τις φαινολικές ενώσεις

Στα φυτά, οι φαινολικές ενώσεις μπορούν να δρουν ως αντιοξειδωτικά υπό ορισμένες φυσιολογικές
συνθήκες και, επομένως, να προστατεύουν τα φυτά από το οξειδωτικό στρες. Στους ανθρώπους,
αποδείχθηκε ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ πρόσληψης διαιτητικής φαινολικής ένωσης και μειωμένης
συχνότητας χρόνιων ασθενειών όπως οι καρκίνοι, οι καρδιαγγειακές και οι νευροεκφυλιστικές ασθένειες
(Arts και Hollman, 2005), αλλά αυτές οι θετικές επιδράσεις στην υγεία μπορεί να μην εξηγούνται εξ
ολοκλήρου από τις φαινολικές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, επειδή είναι ελάχιστα βιοδιαθέσιμες. Οι
φαινολικές ενώσεις μπορούν να επάγουν την άνω ρύθμιση των ενδογενών αντιοξειδωτικών ενζύμων in
vivo, λόγω της ικανότητάς τους να δρουν ως προ- οξειδωτικά και να παράγουν δραστικές μορφές
οξυγόνου (Reactive Oxygen Species, ROS) (Halliwell et al., 2005). Μπορούν επίσης να ασκήσουν τη
δράση τους μέσω μη ειδικών αλληλεπιδράσεων δέσμευσης πρωτεϊνών (Gertsch et al., 2010). Οι φλαβόνες
και οι φλαβονόλες που βρίσκονται στην κάνναβη ασκούν ένα ευρύ φάσμα βιολογικών επιδράσεων,
συμπεριλαμβανομένων των ιδιοτήτων που μοιράζονται τα τερπένια και τα κανναβινοειδή. Παρουσιάζουν
αντιφλεγμονώδεις, αντικαρκινικές και νευρο-προστατευτικές ιδιότητες όπως ανασκοπείται στο (Andre et
al., 2010). Επιπλέον, η απειγινίνη έχει αποδειχθεί ότι έχει αγχολυτικές (Murti et al., 2012) και
οιστρογονικές ιδιότητες (Wang και Kurzer, 1998). Οι ειδικές cannflavin Α και Β είναι ισχυρές
αντι-φλεγμονώδεις ενώσεις, μέσω αναστολής της προσταγλανδίνης Ε2 και της 5-λιποξυγονάσης (Werz et
al., 2014). Μελέτες που αφορούν την υγεία σχετικά με τα αμίδια λιγνάνης είναι λιγοστές και έδειξαν
τις in vitro αντι-φλεγμονώδεις (Sun et al., 2014) και κυτταροτοξικές δραστηριότητες τους (Cui-Ying
et al., 2002). Οι λιγνάνες γενικά παρουσιάζουν μια ευρεία ποικιλία ιδιοτήτων που προάγουν την
υγεία, συμπεριλαμβανομένων αντιοξειδωτικών, αντι-ιικών, αντιδιαβητικών, αντι-ογκογόνων και
αντι-παχυσαρκίας ιδιοτήτων. Είναι ενδιαφέρον, η secoisolariciresinol, η lariciresinol και η
pinoresinol μετατρέπονται σε enterolignans από την αναερόβια εντερική μικροχλωρίδα, τα οποία είναι
πρόδρομοι των οιστρογόνων στα θηλαστικά (φυτοχημικά οιστρογόνα) (Wang et al., 2010). Λόγω της
δομικής ομοιότητας των enterolignans με τα οιστρογόνα των θηλαστικών, αυτές οι ενώσεις είναι
δυνητικά ενδιαφέρουσες για την καταπολέμηση κάποιων ορμονο- εξαρτώμενων καρκίνων. Οι μηχανισμοί
δράσης των λιγνάνων είναι πάντως πολύπλοκοι, με πολλαπλούς στόχους (Sainvitu et al., 2012).

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΦΥΤΟΧΗΜΙΚΩΝ
Είναι ευρέως αποδεκτό ότι τα οφέλη για την υγεία από τα φρούτα, τα λαχανικά και τις άλλες φυτικές τροφές οφείλονται στη συνέργεια ή στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των
διαφόρων βιοενεργών ενώσεων ή άλλων θρεπτικών ουσιών που υπάρχουν σε ολόκληρες τις τροφές και όχι
στη δράση μιας μοναδικής ένωσης (Liu, 2013). Παρομοίως, τα θεραπευτικά με βάση την κάνναβη ασκούν
τα φαρμακολογικά τους αποτελέσματα σε ανθρώπους μέσω συνεργατικών ή ανταγωνιστικών αλληλεπιδράσεων
μεταξύ των διαφόρων φυτοχημικών που περιγράφηκαν παραπάνω. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να
συμβούν με διάφορους μηχανισμούς συμπεριλαμβανομένων: (i) της βιοδιαθεσιμότητας, (ii) της
παρεμβολής με διεργασίες κυτταρικής μεταφοράς, (iii) της ενεργοποίησης των προ-φαρκάκων ή της
απενεργοποίησης των δραστικών ενώσεων σε ανενεργούς μεταβολίτες, (iv) της δράσης των συνεργαζόμενων
εταίρων σε διαφορετικά σημεία της ίδιας αλληλουχίας σηματοδότησης (αποτελέσματα πολλαπλών στόχων) ή
(ν) της αναστολής της δέσμευσης σε πρωτεΐνες στόχους (Efferth και Koch, 2011). Ένα καλό παράδειγμα
είναι η ισχυρότερη μυϊκή-αντισπασμωδική δράση ενός εκχυλίσματος κάνναβης σε σύγκριση με την καθαρή
THC, κάτι που αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό εύρημα για τη θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης (Wagner
και Ulrich-Merzenich, 2009). Τα μη-THC κανναβινοειδή έχουν δείξει θετική επίδραση στις παρενέργειες
που προκαλούνται από την THC, όπως οι δραστηριότητες κατά του άγχους. Η CBD μπορεί επίσης να
μειώσει τα επαγόμενα ελλείμματα σε νόηση και μνήμη σε άτομα που καπνίζουν κάνναβη (Wright et al.,
2013). Η CBD επιδρά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της THC μέσω διαφορετικών μηχανισμών: (i) με
ρευστοποίηση των μεμβρανών και ως εκ τούτου αύξηση της διείσδυσης της THC σε μυϊκά κύτταρα, και
(ii) με την αναστολή του Ρ450 μεσολαβούμενου ηπατικού μεταβολισμού του φαρμάκου, η οποία εμπλέκεται
στην αποδόμηση και την εξάλειψη του μορίου (Klein et al., 2011). Τα τερπένια μπορούν επίσης να
μεταβάλλουν τη φαρμακοκινητική της THC αυξάνοντας τη διαπερατότητα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.
Αυτό το χαρακτηριστικό έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως για την κατοχύρωση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ενός
διαδερμικού αυτοκόλλητου, το οποίο παραδίδει κανναβινοειδή στην κυκλοφορία του αίματος με τη χρήση
τερπενίου ως παράγοντα διείσδυσης (Smith, 2015). Τα τερπένια μπορούν επίσης να διαμορφώσουν την
έλξη της THC για τον υποδοχέα CB1 και να αλληλεπιδρούν με υποδοχείς νευροδιαβιβαστών, κάτι το οποίο
μπορεί να υποστηρίξει τις συνεισφορές των τερπενίων στην μεσολάβηση των κανναβινοειδών στις
αναλγητικές και ψυχωτικές επιδράσεις (McPartland και Russo, 2001, Russo, 2011). Εν όψει του
δυναμικού της συνεργασίας φυτοκανναβινοειδών και τερπενίων, έχει προταθεί να προσαρμόσουμε νέες
θεραπευτικές αγωγές όπως τα CBD-τερπενικά εκχυλίσματα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν κατά της ακμής, της πολλαπλής σκλήρυνσης, της
κατάθλιψης, του άγχους, της αϋπνίας, της άνοιας και του εθισμού (Russo, 2011).

Τα φλαβονοειδή μπορούν επίσης να διαμορφώσουν τη φαρμακοκινητική της THC, μέσω της αναστολής των
ηπατικών ενζύμων Ρ450 (3Α11 και 3Α4) (McPartland και Russo, 2001, Russo, 2011).

Τέλος, υπάρχει ένα παράδειγμα συνέργειας θηρευτή-στόχου μεταξύ των τερπενίων και των
φυτοκανναβινοειδών στο ίδιο το φυτό της κάνναβης: από τη μία πλευρά, το ειδικό μίγμα μονο-τερπενίων
και σεσκι-τερπενίων καθορίζει το ιξώδες και ως εκ τούτου την κολλητικότητα των εκκρίσεων κάνναβης
αναγκαία για να παγιδεύει τα έντομα, και από την άλλη, το φυτοκανναβινοειδές οξύ δρα ως ισχυρό
εντομοκτόνο μόριο (Sirikantaramas et al., 2005, Russo, 2011).

ΤΑ ΤΡΙΧΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ: ΜΙΚΡΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΦΥΤΟΧΗΜΙΚΩΝ
Τα τριχώματα είναι επιδερμικές προεξοχές που καλύπτουν τα φύλλα, τα φύλλα στους μίσχους των ανθών
και τα στελέχη των φυτών και ορισμένα από αυτά, όπως τα αδενικά τριχώματα, είναι ικανά να εκκρίνουν
(ή να αποθηκεύουν) τους δευτερεύοντες μεταβολίτες ως έναν αμυντικό μηχανισμό. Ορισμένες μελέτες
έχουν επικεντρωθεί στον χαρακτηρισμό αυτών των εξειδικευμένων δομών με τη χρήση των -omics (Wang et
al., 2009a, Schilmiller et al., 2010, McDowell et al., 2011, Jin et al., 2014) την ανάπτυξη
τεχνολογιών που αξιοποιούν το πλούσιο βιοχημικό δυναμικό τους (Schilmiller et al., 2008). Επίσης,
δημιουργήθηκε μια βάση δεδομένων -omics (η TrichOME, διαθέσιμη στη διεύθυνση:
http://www.planttrichome.org/ ), η οποία επιτρέπει συγκριτικές αναλύσεις στα τριχώματα των φυτών,
με σκοπό να παρέχει στους ερευνητές τη δυνατότητα να συλλέγουν δεδομένα σχετικά με τους
μεταβολίτες, τα γονίδια και τα προφίλ έκφρασης (Dai et al., 2010). Επιπλέον, διάφορες διαδικασίες
(σε ορισμένες περιπτώσεις υποστηρίζονται από ένα βίντεο επίδειξης, πχ., Nayidu et al., 2014) για
την απομόνωση των τριχωμάτων από τα φύλλα των διαφορετικών φυτικών ειδών είναι διαθέσιμες (πχ.,
Marks et al., 2008, Balcke et al., 2014).

Η κλωστική κάνναβη έχει διάφορους τύπους τριχωμάτων (Εικόνες 3Α-F) που ανήκουν σε δύο κατηγορίες,
όπως πχ., η αδενική και η μη-αδενική (Happyana et al., 2013). Τα τριχώματα της κλωστικής κάνναβης
στους επικεφαλής μίσχους, βλαστούς και στους ανθοβολβούς είναι εκκριτικές δομές (Σχήματα 3C-F).

Στην κάνναβη το THCA συσσωρεύεται στις κεφαλές (αδένες) τόσο στα τριχώματα των μίσχων όσο και των
βλαστών, αλλά στα πρώτα το περιεχόμενο είναι υψηλότερο (Mahlberg και Kim, 2004). Συγκεκριμένα, στην
κλωστική ποικιλία, τα κανναβινοειδή CBDA και CBCA εμφανίζονται σε υψηλές συγκεντρώσεις αντί του
THCA, ενώ το αντίστροφο ισχύει για τα στελέχη των ευφορικών ποικιλιών (Mahlberg και Kim, 2004).

Μελέτες στην κλωστική κάνναβη απέδειξαν ότι το THCA συντίθεται στην κοιλότητα αποθήκευσης και το
υπεύθυνο ένζυμο για την παραγωγή του THCA, δηλ, το THCAS, ακολουθεί μια οδό διαλογής από τα
εκκριτικά κύτταρα στην κοιλότητα αποθήκευσης (Sirikantaramas et al., 2005). Η συσσώρευση στην
κοιλότητα αποθήκευσης οφείλεται στην κυτταροτοξικότητα των κανναβινοειδών: επάγουν πράγματι θάνατο
μέσω απόπτωσης, όταν παρέχονται για 24 ώρες και στις δύο καλλιέργειες, της κάνναβης και του καπνού,
σε κυτταρικό εναιώρημα (Sirikantaramas et al, 2005). Η ετερόλογη έκφραση του THCAS που συντήκεται
με GFP στον καπνό οδηγεί σε φθορισμό των κεφαλών των τριχωμάτων, επιβεβαιώνοντας έτσι τον εντοπισμό
του ενζύμου στην κοιλότητα αποθήκευσης (Sirikantaramas et al., 2005).

Ανάλογα με το χρώμα τους, τα αδενικά τριχώματα της κάνναβης δείχνουν διαφορετικές εκκριτικές φάσεις
(Mahlberg and Kim, 2004): ο ώριμος εκκριτικός αδένας εμφανίζεται ημιδιαφανής (σε αυτό το στάδιο το
περιεχόμενο κανναβινοειδών είναι το υψηλότερο), ενώ ο γερασμένος αδένας είναι κίτρινος και ο
παραγερασμένος καφέ.

Σύμφωνα με το σημερινό μοντέλο τα κανναβινοειδή παράγονται μέσω τερπενίων που εκκρίνονται από
πλαστίδια που υπάρχουν στα δισκοειδή κύτταρα και φαινόλες που αποθηκεύονται στον κενοτόπιο τους
(Mahlberg και Kim, 2004): οι αναλύσεις χρησιμοποιώντας το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο έχουν δείξει ότι
οι ελαιώδες εκκρίσεις (πιθανότατα τερπένια) στρογγυλές στο σχήμα εκκρίνονται από τα πλαστίδια (που
έχουν την εμφάνιση δικτυωτού σώματος). Στη συνέχεια, τα κυστίδια απελευθερώνονται στην κοιλότητα
μαζί με την ινιδική μήτρα που προέρχεται από τα κυτταρικά τοιχώματα των δισκοειδών κυττάρων. Η
ινιδική μήτρα μεταφέρεται στο υποκυτταρικό κυτταρικό τοίχωμα και συμβάλλει στην πάχυνση του μέσω
μη-αναγνωρισμένων μηχανισμών (Mahlberg και Kim, 2004).

Εκτός από τα κανναβινοειδή, τα τριχώματα της κάνναβης παράγουν και άλλους δευτερογενείς
μεταβολίτες, δηλαδή τα τερπένια (βλ. προηγούμενη παράγραφο για τα φυτοχημικά προϊόντα της
κάνναβης), τα οποία ευθύνονται για το τυπικό φυτικό άρωμα (Russo, 2011). Μεταξύ των τερπενίων της
κάνναβης χαμηλής αφθονίας, είναι η νερολιδόλη (0,09% του συνολικού περιεχομένου σε τερπένια, Ross
και ElSohly, 1996), η οποία, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχει επιδράσεις εναντίον της ελονοσίας
και της λεϊσμανίασης (αναφέρεται στο Russo, 2011). Δεδομένης της φαρμακολογικής σημασίας αυτών των
ενώσεων, θα ήταν ενδιαφέρον να σχεδιαστούν στρατηγικές μηχανικής με στόχο είτε την ενίσχυση του
δευτερογενούς μεταβολισμού είτε την αύξηση της πυκνότητας των τριχωμάτων στην κάνναβη. Μεταξύ των
πιθανών προσεγγίσεων γενετικής μηχανικής αξίζει να αναφερθούν δύο παραδείγματα που αναφέρθηκαν
πρόσφατα στην Artemisia annua. Θα συζητήσουμε εδώ μόνο αυτά τα δύο παραδείγματα, καθώς η περαιτέρω
συζήτηση σχετικά με τον τρόπο αύξησης της παραγωγής κανναβινοειδών παρουσιάζεται αργότερα σε αυτήν
την ανασκόπηση.


Εικόνα 3: Τύποι τριχωμάτων της κάνναβης. (A) μονοκύτταρο μη αδενικό τρίχωμα, (B) κυστεολυτικά
τριχώματα, (C) τρίχωμα επικεφαλής μίσχου, (D) τρίχωμα επικεφαλής βλαστού, (Ε) απλό βολβώδες
τρίχωμα, (F) σύνθετο βολβώδες τρίχωμα. Οι εικόνες παρέχονται ευγενικά από τον Dr. David J. Potter.


Εικόνα 4: Ροή εργασίας που δείχνει τα επιτεύγματα (σε πράσινο χρώμα) και τις πιθανές μελλοντικές
προσεγγίσεις (σε ανοιχτό μπλε χρώμα) για την παραγωγή κανναβινοειδών σε καλλιέργειες κάνναβης,
καθώς και σε άλλους φυτικούς ξενιστές.

Πρόσφατα αποδείχθηκε ότι ο μετασχηματισμός του Α. Annua με τα γονίδια rolB και rolC του
Agrobacterium rhizogenes οδήγησε τα φυτά σε αυξημένη περιεκτικότητα αρτεμισινίνης (Dilshad et al.,
2015). Τα γονίδια rol είναι γνωστά για την διεγερτική δράση τους στον δευτερογενή μεταβολισμό των
φυτών (Bulgakov, 2008). Η μελέτη για το A. annua έδειξε ότι τα rolB και rolC προκαλούν διαφορετικές
επιδράσεις, με το rolB να παρουσιάζει ενισχυμένη παραγωγή σε σχέση με το rolC. Μία επιπρόσθετη
μελέτη επί του Α. Annua έδειξε ότι η έκφραση μιας β-γλυκοσιδάσης από Trichoderma reesei αυξάνει την
πυκνότητα αδενικού τριχώματος και την παραγωγή αρτεμισινίνης (Singh et al., 2015). Το υδρολυτικό
ένζυμο ευνοεί την απελευθέρωση δραστικών ρυθμιστών ανάπτυξης των φυτών από τα συζυγή που
αποθηκεύονται στα πλαστίδια, ευνοώντας έτσι τον σχηματισμό τριχωμάτων, καθώς και την παραγωγή
βιομάζας και την περιοχή των φύλλων (Singh et al., 2015). Θα ήταν ενδιαφέρον να σχεδιαστεί μια
στρατηγική μηχανικής με στόχο την αύξηση της πυκνότητας των τριχωμάτων στην κάνναβη, υιοθετώντας
μια παρόμοια στρατηγική. Οι -omics μελέτες για τα τριχώματα της κάνναβης θα βοηθήσουν στον
εντοπισμό σημαντικών γονιδίων, μεταξύ των οποίων και οι παράγοντες μεταγραφής (που εμπλέκονται στον
σχηματισμό τριχωμάτων), οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για προσεγγίσεις μηχανικής.

ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
Η κάνναβη είναι ένα πολύτιμο φυτό με πολλαπλές εφαρμογές, συνεπώς η δυνατότητα για γενετική
μηχανική για την παραγωγή χρήσιμων ενώσεων / ακατέργαστων προϊόντων είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Σε
αυτή την ενότητα της ανασκόπησης: (i) θα συζητήσουμε την πρόοδο που σημειώθηκε στον in vitro
πολλαπλασιασμό της κάνναβης μαζί με τις βιοτεχνολογικές προοπτικές της γενετικής μηχανικής της
κάνναβης, επισημαίνοντας τις προκλήσεις και τα οφέλη, (ii) περιγράφοντας το σύστημα καλλιέργειας
τριχωτού ρίζας ως εργαλείο για την κλιμακούμενη παραγωγή κανναβινοειδών και (iii) να συζητηθούν τα
πλεονεκτήματα του συστήματος καλλιέργειας εναιωρήματος κυττάρων κάνναβης.

In Vitro Πολλαπλασιασμός και Μετασχηματισμός της Κάνναβης
Η καλλιέργεια της κάνναβης ρυθμίζεται αυστηρά σε πολλές χώρες. Επομένως, οι εναλλακτικές in vitro
τεχνικές ανάπτυξης λαμβάνουν μεγάλη προσοχή. Η καλλιέργεια της κάνναβης in vitro είναι επίσης ένας
πλεονεκτικός τρόπος για τη διατήρηση των ποικιλιών / κλώνων (Lata et al., 2009a) με συγκεκριμένες
υπογραφές μεταβολίτη.

Έχουν περιγραφεί μέθοδοι πολλαπλασιασμού των φυτών C. sativa in vitro μέσω διέγερσης μασχαλιαίων
μπουμπουκιών σε κομβικά τμήματα ή επαγωγής των τυχαίων μπουμπουκιών στις άκρες των βλαστών (Lata et
al., 2009a, Wang et al., 2009b). Αποδείχθηκε ότι τα μικρο-πολλαπλασιαζόμενα φυτά είναι γενετικά
σταθερά. Η μέθοδος είναι κατάλληλη και χρήσιμη για τον κλωνικό πολλαπλασιασμό αυτής της σημαντικής
καλλιέργειας (Lata et al., 2010).

Έχει επίσης αναπτυχθεί ένα πρωτόκολλο για τον πολλαπλασιασμό της κάνναβης μέσω της τεχνολογίας των
συνθετικών σπόρων. Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, οι μασχαλιαίοι οφθαλμοί ή τα κομβικά τμήματα
ενθυλακώνονται σε σφαιρίδια αλγινικού ασβεστίου (Lata et al., 2009b, 2011), τα οποία μπορούν στη
συνέχεια να αποθηκευτούν και μετά να χρησιμοποιηθούν για κλωνικό πολλαπλασιασμό του φυτού. Το
σύστημα αυτό αποδείχθηκε ότι επιτρέπει την επιτυχή ανάπτυξη ομογενών και γενετικά σταθερών φυτών
κάνναβης ακόμη και μετά από 6 μήνες αποθήκευσης (Lata et al., 2011).

Για να δημιουργηθεί ένα επιτυχημένο πρωτόκολλο μετασχηματισμού της κάνναβης, είναι απαραίτητη η
γνώση των τεχνικών in vitro καλλιέργειας: είτε

η στρατηγική υιοθετεί εκφυτεύματα φυτών είτε αδιαφοροποίητα calli ως αρχικό υλικό, η αναγέννηση
ολόκληρου του φυτού αποτελεί υποχρεωτικό βήμα. Η αναγέννηση οργάνων, και ιδίως οι βλαστοί, μπορεί
να είναι αρκετά δυσκίνητη και συνεπώς η διαλογή των διαφόρων συγκεντρώσεων ρυθμιστών ανάπτυξης
φυτών και συνδυασμών πρέπει να πραγματοποιηθεί για να βρεθεί η σωστή σύνθεση μέσου καλλιέργειας.

Η Cannabis sativa είναι ένα περιβόητο φυτό προς μετατροπή, επειδή τα χαρακτηριστικά της
αποτελεσματικότητας αναγέννησης είναι αρκετά χαμηλά και εξαρτώνται από τον συνδυασμό καλλιέργειας,
ιστού, ηλικίας φυτού και ρυθμιστή ανάπτυξης (Slusarkiewicz-Jarzina et al., 2005). Για παράδειγμα,
αν και o επιτυχής μετασχηματισμός του calli της κλωστικής κάνναβης calli μέσω του Agrobacterium
tumefaciens αναφέρθηκε από τους Feeney και Punja (2003), τα αδιαφοροποίητα κύτταρα απέτυχαν να
αναγεννήσουν τους βλαστούς. Τα κύτταρα μετασχηματίστηκαν με ισομεράση φωσφομαννόζης και οι
χρωματομετρικές δοκιμασίες έδειξαν επιτυχή έκφραση του διαγονιδίου.

Παρόλα αυτά, αναφέρθηκε κάποια επιτυχία στην αναγέννηση κλωστικής κάνναβης και αποδείχθηκε ότι
συνδέεται με την επιλογή συγκεκριμένων ρυθμιστών ανάπτυξης φυτών. Παραδείγματος χάριν, η προσθήκη
της θειδιαζουρόνης (thidiazuron, TDZ), η οποία έχει παρόμοια με την κυτοκινίνη δραστικότητα,
αποδείχθηκε ότι αυξάνει την ανάπτυξη των βλαστών σε εκφυτεύσεις κλωστικής κάνναβης (Lata et al.,
2009a) και σε calli που προέρχονται από φύλλα ενός κλώνου υψηλής απόδοσης THCA (Leta et al., 2010).
Το ζιζανιοκτόνο DICAMBA αναφέρθηκε επίσης ότι ευνοεί την αναγέννηση βλαστών κλωστικής κάνναβης από
calli (Slusarkiewicz-Jarzina et al., 2005).

Τα πρωτόκολλα μετασχηματισμού κάνναβης που χρησιμοποιούν εκφυτεύματα φυτών (αποφεύγοντας έτσι τη
διέλευση σε αδιαφοροποίητα κύτταρα) έχουν περιγραφεί για αρκετές σημαντικές καλλιέργειες (πχ.
βαμβάκι, Zapata et al., 1999, γίουτα, Saha et al., 2014). Αξιοσημείωτα, επιτυχής μετασχηματισμός
φυτών κλωστικής κάνναβης αναφέρθηκε από τους MacKinnon et al. (2001) που χρησιμοποιεί κορυφές για
το βλαστοκύτταρο: το πρωτόκολλο χρησιμοποιεί εκφυτεύσεις βλαστών και το δυναμικό αναγέννησης του
ακραίου μεριστώματος του βλαστού μετά τη μόλυνση με Α. Tumefaciens. Επιπρόσθετα κατατέθηκε μια
αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας που περιγράφει μετασχηματισμό κάνναβης χρησιμοποιώντας υποκοτύλιο
μοσχεύματος 1-2 εκατοστών, ρυθμιστές ανάπτυξης φυτού ζεατίνη και 6-

βενζυλαμινοπουρίνη (ΒΑΡ) για αναγέννηση βλαστών (Sirkowski, 2012).

Καλλιέργειες τριχωτού ρίζας για την παραγωγή κανναβινοειδών
Ένα πρόσθετο σύστημα που προσφέρει ενδιαφέρουσες εφαρμογές για τη βιομηχανική παραγωγή ενώσεων
που εμφανίζουν φαρμακευτικές επιδράσεις στους ανθρώπους είναι το σύστημα τριχωτού ρίζας, ένας τύπος
καλλιέργειας ιστού μετασχηματισμένου με Agrobacterium που χρησιμοποιείται για τη μελέτη φυτικών
μεταβολικών διεργασιών. Ο μετασχηματισμός της κώστικής κάνναβης και η επακόλουθη καθιέρωση της
καλλιέργειας τριχωτού ρίζας έχει περιγραφεί από τους Wahby et al. (2013) χρησιμοποιώντας τόσο το A.
rhizogenes όσο και το A. tumefaciens. Σε αυτή τη μελέτη τα υποκοτύλια βρέθηκαν να είναι ο πιο
ευαίσθητος ιστός για μόλυνση. Το σύστημα τριχωτού ρίζας είναι πολύ ενδιαφέρον για την παραγωγή
δευτερογενών μεταβολιτών σε φαρμακευτικά φυτά (Jiao et al., 2014, Patra και Srivastava, 2014,
Wawrosch et al., 2014, Gai et al., 2015, Tian, 2015) ή για την μηχανική μοντέλου φυτών για να
εκκρίνουν βιομηχανικά πολύτιμους μεταβολίτες. Για παράδειγμα, στα διαγονιδιακά τριχωτά ριζών του
καπνού, η παραγωγή του THCA επιτυχώς αποκτήθηκε με την έκφραση της THCAS κλωστικής κάνναβης
(Sirikantaramas et al., 2007). Το σύστημα τριχωτού ρίζας χαρακτηρίζεται από υψηλό ρυθμό ανάπτυξης
ανεξάρτητο από ορμόνες και από το ίδιο μεταβολικό δυναμικό με το αρχικό όργανο (Pistelli et al.,
2010). Έχει επίσης περιγραφεί ένα πρωτόκολλο για τη δημιουργία τριχωτού ριζών από καλλιέργειες
τύλων (callus) κάνναβης (Farag και Kayser, 2015). Σε αυτή τη μελέτη οι τύλοι αναπτύχθηκαν σε μέσο
B5 πλήρους αντοχής συμπληρωμένο με 4 mg/L 1- ναφθαλινοξικό οξύ (NAA) και αξιολογήθηκε το δυναμικό
παραγωγής κανναβινοειδών. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι μετά από 28 ημέρες καλλιέργειας στο
σκοτάδι, παρατηρήθηκε μια κορυφή στη συσσώρευση κανναβινοειδών σε μέσα καλλιέργειας συμπληρωμένα με
διαφορετικές συγκεντρώσεις ινδολο-3-οξικού οξέος (IAA). Ωστόσο, η απόδοση παρέμεινε κάτω από 2μg/g
ξηρού βάρους, δείχνοντας έτσι ότι απαιτούνται περαιτέρω βελτιστοποιήσεις σε αυτό το πεδίο. Η
διέγερση της ριζογένεσης σε αδιαφοροποίητα κύτταρα κάνναβης είναι σημαντική, επειδή μπορεί να
πραγματοποιηθεί σε υπερεκφραστικούς κύριους παράγοντες μεταγραφής ή/και γονίδια που εμπλέκονται
στην κανναβινοειδή οδό.

Η παραγωγή κανναβινοειδών σε καλλιέργειες τριχωτού ρίζας της κλωστικής κάνναβης μπορεί στη συνέχεια
να εφαρμοστεί περαιτέρω με προσροφητικά υλικά για να αποφευχθούν τα ζητήματα τοξικότητας (μια
πιο λεπτομερής συζήτηση σχετικά με τους πιθανούς τρόπους αποφυγής τοξικότητας υπάρχει στο τμήμα που αφορά τους ετερόλογους φυτικούς ξενιστές). Σε εναλλακτικές, διεγέρσιμοι προαγωγοί
μπορεί να χρησιμοποιηθούν, όπως για παράδειγμα το γλυκοκορτικοειδές-επαγόμενου υποκινητή, το οποίο
είχε ήδη δειχθεί ότι είναι αποτελεσματικό στην επαγωγή μιας ελεγχόμενης, αναστρέψιμης και
εξαρτώμενης από τη δοσολογία έκφρασης της GFP σε Catharanthus roseus τριχωτών ριζών (Hughes et al.,
2002 ).

Καλλιέργειες εναιωρήματος κυττάρων κάνναβης για την παραγωγή κανναβινοειδών
Οι καλλιέργειες εναιωρήματος φυτικών κυττάρων προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα, δεδομένου ότι
μπορούν να μετασχηματισθούν και στη συνέχεια καλλιεργούνται σε βιοαντιδραστήρες για την παραγωγή
χρήσιμων μεταβολιτών (Weathers et al, 2010, Bortesi et al, 2012, Liu et al., 2012, Han et al.,
2014). Οι καλλιέργειες τύλων κάνναβης δεν είναι σε θέση να παράγουν οποιαδήποτε κανναβινοειδή,
ανεξάρτητα από τους χημειότυπους (φαρμακευτικού, υβριδικού ή κλωστικού τύπου) που χρησιμοποιούνται
ως μητρικά φυτά ή ρυθμιστές ανάπτυξης που χρησιμοποιούνται στο μέσο καλλιέργειας (Pacifico et al.,
2008). Ο μετασχηματισμός καλλιεργειών εναιωρήματος κυττάρων κλωστικές κάνναβης με γονίδια που
εμπλέκονται σε συγκεκριμένες μεταβολικές οδούς μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της
παραγωγής σημαντικών κατηγοριών μεταβολιτών όπως τα κανναβινοειδή αλλά και άλλων, με πιθανή
φαρμακολογική χρήση. Στην παράγραφο αυτή θα συζητήσουμε για πιθανές βιοτεχνολογικές προσεγγίσεις
για την ενίσχυση της παραγωγής κανναβινοειδών στην καλλιέργεια εναιωρήματος κυττάρων κάνναβης.

Η αυξημένη παραγωγή κανναβινοειδών σε καλλιέργειες εναιωρήματος κυττάρων κάνναβης μπορεί να
επιτευχθεί μέσω της έκφρασης των παραγόντων μεταγραφής που εμπλέκονται στη βιοχημεία του αδένα της
κάνναβης (Εικόνα 4). Μεταγραφικοί παράγοντες αντιπροσωπεύουν ένα ισχυρό εργαλείο στην μεταβολική
μηχανική φυτού, λόγω του “καταρρακτώδους” μηχανισμού δράσης: αν οι κύριοι ρυθμιστές εμπλέκονται στη
βιοσύνθεση των κανναβινοειδών που προσδιορίζονται στα τριχώματα της
C. sativa, θα μπορούσαν να εκφραστούν συστατικώς ή διεγέρσιμα σε καλλιέργειες εναιωρήματος κυττάρων
κάνναβης. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι δύο παράγοντες μεταγραφής που ανήκουν στην οικογένεια
MYB έχουν ήδη αποδειχθεί ότι εκφράζονται κατά προτίμηση σε αδένες κάνναβης (Marks et al., 2009) και
ως εκ τούτου αντιπροσωπεύουν ιδανικούς υποψήφιους για να εκφράσουν. Αυτά τα γονίδια εμφανίζουν
ομολογία με Arabidopsis thaliana MYB112 και MYB12, τα οποία είναι γνωστό ότι εμπλέκονται στην ανοχή σε
οξειδωτικό στρες και βιοσύνθεση φλαβονόλης, αντίστοιχα (Marks et al., 2009 και παραπομπές εκεί). Η
έκφραση αυτών των παραγόντων μεταγραφής με έναν επαγόμενο τρόπο είναι μια στρατηγική που αξίζει να
δοκιμαστεί για την παραγωγή κανναβινοειδών. Η επαγώγιμη έκφραση θα περιορίσει τις αρνητικές
επιδράσεις που προκαλούνται από την τοξικότητα των συσσωρευμένων κανναβινοειδών κατά την ανάπτυξη
των μετασχηματισμένων φυτικών κυττάρων (όπως περιγράφεται λεπτομερέστερα στο επόμενο τμήμα).

Εκτός από την προσέγγιση της γενετικής μηχανικής, μπορούν να αναπτυχθούν καλλιέργειες εναιωρήματος
φυτικών κυττάρων για την ενίσχυση της παραγωγής δευτερογενών μεταβολιτών. Η βιβλιογραφία είναι
πλούσια σε παραδείγματα σχετικά με την αυξημένη έκφραση δευτερογενών μεταβολιτών σε φυτικά κύτταρα
που προκαλούνται με διάφορους παράγοντες (ανασκόπηση πρόσφατα από τους Ncube και Van Staden, 2015).
Τόσο οι βιοτικοί όσο και οι αβιοτικοί παράγοντες πίεσης μπορούν πράγματι να χρησιμοποιηθούν για τον
επαναπροσανατολισμό του μεταβολισμού των φυτών: τα θρεπτικά συστατικά, το φως, η θερμοκρασία, οι
μυκητιασικοί παράγοντες είναι μεταξύ των πιο κοινών παραγόντων χειρισμού.

Σε εναιώρημα κυττάρων κλωστικής κάνναβης, η εκδήλωση με βιοτικούς και αβιοτικούς διεγέρτες δεν
προκάλεσε αύξηση στα κανναβινοειδή (Flores – Sanchez et al., 2009). Ωστόσο, το ιασμονικό οξύ
αποδείχθηκε ότι προκαλεί την παραγωγή της αντιοξειδωτικής τυροσόλης (Pec et al., 2010).

Αξίζει να αναφερθεί η επίδραση ενός μέχρι τώρα παραμελημένου στοιχείου, του πυριτίου (Si). Παρά το
γεγονός ότι είναι ένα μη βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη των φυτών, το Si είναι γνωστό ότι αυξάνει
την ισχύ του φυτού και ανακουφίζει τις επιπτώσεις των εξωγενών τάσεων (Epstein, 2009). Πολύ
πρόσφατα το Si έδειξε ότι ανακουφίζει τις επιδράσεις του άλατος και προκαλεί την παραγωγή
χλωρογενικού οξέος στην Lonicera japonica (Gengmao et al., 2015). Δεδομένων των διεγερτικών
επιδράσεων που έχει το Si στον φυτικό μεταβολισμό, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθούν περαιτέρω, από
μοριακής πλευράς, οι επιδράσεις της συμπλήρωσης Si στη δευτερογενή παραγωγή μεταβολίτη της
κάνναβης. Οι κυκλοδεξτρίνες έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί σε καλλιέργειες εναιωρήματος κυττάρων φυτού
για να ενισχυθεί η παραγωγή των διαφόρων μη-πολικών μεταβολιτών όπως στιλβένια (Yang et al., 2015),
φυτοστερόλες (Sabater-Jara και Pedreño, 2013) ή τριτερπένια (Goossens et al., 2015). Οι κυκλοδεξτρίνες είναι κυκλικοί ολιγοσακχαρίτες αποτελούμενοι
από πέντε ή περισσότερα υπολείμματα α-δ- γλυκοπυρανόζης. Είναι γνωστό ότι σχηματίζουν σύμπλοκα
εγκλεισμού με λιπόφιλες ενώσεις, συμπεριλαμβανομένων των κανναβινοειδών (Hazekamp και Verpoorte,
2006), στην υδροφοβική τους κοιλότητα, βελτιώνοντας έτσι τη διαλυτότητα του μεταβολίτη σε ένα
υδατικό περιβάλλον. Επιπλέον, κυκλοδεξτρίνες, χάρη στην χημική τους δομή παρόμοια με εκείνη των με
αλκυλο-προερχόμενο ολιγοσακχαριτών απελευθερώνονται από φυτικό κυτταρικό τοίχωμα όταν εμφανίζεται
μια μυκητιασική λοίμωξη, δράσουν ως μέσα επαγωγής της παραγωγής δευτερογενούς μεταβολίτη
(Sabater-Jara και Pedreño, 2013).

Συνεπώς, αξίζει να διερευνηθεί η επίδραση των κυκλοδεξτρινών στην παραγωγή των μη πολικών
κανναβινοειδών σε κυτταρικές καλλιέργειες εναιωρήματος κλωστικής κάνναβης.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΝΑΒΙΝΟΕΙΔΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΛΟΓΟΥΣ ΦΥΤΙΚΟΥΣ ΞΕΝΙΣΤΕΣ: ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ
ΝΑ ΛΗΦΘΕΙ ΥΠΟΨΗ
Η έκφραση των γονιδίων που εμπλέκονται στη βιοσυνθετική πορεία των κανναβινοειδών σε καλλιέργειες
εναιωρήματος κυττάρων άλλων φυτών εκτός από την κάνναβη, αντιπροσωπεύει μια ενδιαφέρουσα
εναλλακτική λύση για την κλιμακούμενη παραγωγή κανναβινοειδών (Εικόνα 4). Για παράδειγμα, η
συνθετική βιολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αναδημιουργία της βιοσυνθετικής οδού
κανναβινοειδών σε ετερόλογα φυτικά κύτταρα μέσω της έκφρασης της THCAS, μαζί με τα ανοδικά ενζύματα
που εμπλέκονται στη σύνθεση της CBG, δηλαδή η συνθετάση τετρακετιδίου (PKS τύπου III), η αρωματική
προνυλτρανσφεράση και το OAC (Gagne et al., 2012). Από αυτή την άποψη τα κύτταρα του καπνού φωτεινό
κίτρινο 2 (BY-2) είναι πολύ ενδιαφέροντες ξενιστές έκφρασης, δεδομένης της ευρείας χρήσης τους στην
φυτική βιοτεχνολογία ως “κινητήριος δύναμη” για την παραγωγή ανασυνδυασμένων πρωτεϊνών (πχ., Reuter
et al., 2014).

Η βιομιμητική παραγωγή κανναβινοειδών σε ετερόλογους ξενιστές φυτών προκαλεί, ωστόσο, μία
στρατηγική που αξίζει να ληφθεί υπόψη όσο να αφορά τη χρήση συνθετικών “μεταβολόνων” (metabolons)
(Singleton et al., 2014). Ένας “μεταβολόνας” είναι η σύνδεση ενζύμων τα οποία διεξάγουν μια σειρά
διαδοχικών αντιδράσεων σε μια δεδομένη οδό. Παραδείγματα για την εμφάνιση των μεταβολόνων υπάρχουν
σε φυτά για οδούς που περιλαμβάνουν, πχ., την σύνθεση των φαινυλοπροπανοειδών (Chen et al., 2014) και

του κυανογόνου dhurrin γλυκοζίτη (Nielsen et al., 2008). Ολόκληρες μεταβολικές οδοί
μπορούν να κατασκευαστούν μέσω της χρήσης συνθετικών μεταβολόνων που επιτρέπουν στην ένωση των
ενζύμων σε στενή γειτνίαση: αυτό επιτρέπει μια πιο αποτελεσματική εκτροπή του ενδιαμέσων στη
δραστική θέση των ενζύμων που ενεργούν σε αλυσίδα (Singleton et al., 2014). Ένας πιθανός τρόπος για
τη συγκέντρωση ενός συνθετικού μεταβολόνα είναι μέσω της χρήσης μιας παλαιάς πρωτεΐνης που
επιτρέπει τη σύνδεση των ενζύμων (Singleton et al., 2014, Pröschel et al., 2015). Στην ειδική
περίπτωση της παραγωγής κανναβινοειδών, η δημιουργία ενός συνθετικού μεταβολόνα που περιλαμβάνει
για παράδειγμα τις PKS τύπου III και OAC (Gagne et al., 2012), μαζί με το αρωματικό
prenyltransferase και την THCAS, μπορεί να επιτευχθεί μέσω (i) τη χρήση (ii) των πρωτεϊνών
σηματοδοσίας metazoan SH3-, PDZ-, GBD δεσμευτικών περιοχών, ή (iii) των τομέων SpyTag /
SpyCatcher (που ανασκοπείται πρόσφατα από τους Pröschel et al., 2015).

Η συναρμολόγηση πολυτροπικών δομών για έκφραση στα φυτά δεν είναι πλέον μια ανυπέρβλητη πρόκληση,
χάρη στην ανάπτυξη μεθόδων όπως η κλωνοποίηση με τη μεσολάβηση της πύλης (ανασκόπηση από
Dafny-Yelin και Tzfira, 2007), Golden Gate (Binder et al., 2014), GoldenBraid (Sarrion- Perdigones
et al., 2011), για να αναφέρουμε μερικές.

Όταν τα κανναβινοειδή παράγονται σε ετερόλογους φυτικούς ξενιστές, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι
τοξικές επιδράσεις, καθώς αποδείχθηκε ότι το THCA και το CBGA προκαλούν κυτταρικό θάνατο μέσω
απόπτωσης στα κύτταρα της κάνναβης και του καπνού BY-2 (Sirikantaramas et al., 2005). Για
καλλιέργειες εναιωρήματος φυτικού κυττάρου που καλλιεργούνται σε βιοαντιδραστήρες, η in situ
απομάκρυνση προϊόντος μέσω ενός συστήματος καλλιέργειας δύο-φάσεων μπορεί να είναι χρήσιμη για να
ευνοήσει τη συσσώρευση των τοξικών μεταβολιτών που παράγονται σε χώρους που διαχωρίζονται από τα
κύτταρα (Cai et al., 2012) (Εικόνα 4). Η χρήση προσροφητικών στο μέσο καλλιέργειας δεν μπορεί μόνο
να απομονώσει τις τοξικές ενώσεις, αλλά επίσης και να διεγείρει τη βιοσύνθεση του δευτερογενούς
μεταβολίτη (Cai et al., 2012 και αναφορές σε αυτό).

Μια πρόσθετη προσέγγιση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθεί η τοξικότητα του προϊόντος
σε καλλιέργειες εναιωρήματος φυτικών κυττάρων είναι η τεχνητή διαμερισματοποίηση (Εικόνα 4). Αυτή η
προσέγγιση προτάθηκε πρόσφατα σε κυτταρικές καλλιέργειες Α. Annua για την παραγωγή αρτεμισινίνης
(Di Sansebastiano et al., 2015). Οι συγγραφείς επήγαγαν το

σχηματισμό ενός τεχνητού διαμερίσματος (που δημιουργήθηκε από μεμβράνες που προέρχονται από
ενδοκυττάρωση και την ενδοπλασματική διασταύρωση των κενοτοπιών) μέσω της έκφρασης μιας κολοβωμένης
πρωτεΐνης SNARE, AtSYP51. Η δημιουργία ενός τεχνητού διαμερίσματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την
παραγωγή κανναβινοειδών, επειδή μπορεί να παγιδεύσει και να σταθεροποιήσει τους τοξικούς
δευτερογενείς μεταβολίτες μέχρις ότου εκχυλιστεί, με τρόπο ανάλογο με αυτόν που συζητήθηκε για την
αρτεμισινίνη.

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η κλωστική κάνναβη είναι ένα μοναδικό ευέλικτο φυτό, το οποίο μπορεί να παράσχει υψηλές ποσότητες
βιομάζας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο κορμός κλωστικής κάνναβης χρησιμοποιείται ως πηγή κυλωδών
και βλαστικών ινών για τις κατασκευές και την αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ οι σπόροι κλωστικής
κάνναβης χρησιμοποιούνται ως πηγή φυτικών ελαίων και τα φύλλα και λουλούδια της κλωστικής κάνναβης
ως πηγή βιοδραστικών συστατικών.

Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί περισσότερα από 540 φυτοχημικά στην κλωστική κάνναβη (Gould, 2015)
και οι φαρμακολογικές τους ιδιότητες φαίνεται να υπερβαίνουν τις ψυχωτικές επιδράσεις, με την
ικανότητα αντιμετώπισης αναγκών όπως η ανακούφιση της ναυτίας και της ανορεξίας που προέρχονται από
τη χημειοθεραπεία και των συμπτωματικών μετριασμών της πολλαπλής σκλήρυνσης.

Η συνεχής ανακάλυψη νέων πρωτοτύπων φαρμάκων έχει τεράστια σημασία για την αντιμετώπιση των
προκλήσεων του μέλλοντος όσον αφορά τη δημόσια υγεία (Atanasov et al., 2015). Η φύση έχει ήδη
παράσχει μια μεγάλη πηγή νέων μορίων και νέων σκελετών. Μια πρόσφατη ανασκόπηση που αναφέρει τα νέα
φάρμακα που διατίθενται στην αγορά τα τελευταία 30 χρόνια έδειξε ότι πάνω από το 35% αυτών των νέων
φαρμάκων έχουν άμεση φυσική προέλευση. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε πάνω από 60% εάν λάβουμε υπόψη
όλα τα φάρμακα των οποίων η δομή εμπνέεται από ένα φυσικό φαρμακοφόρο (Newman και Cragg, 2012). Η
κάνναβη παρουσιάζει τεράστιο δυναμικό για τη διεύρυνση της βιβλιοθήκης βιοενεργών μεταβολιτών. Οι
ενώσεις μπορούν να ληφθούν από τριχώματα κλωστικής κάνναβης, καλλιέργειες εναιωρήματος κυττάρων,
συστήματα τριχωτού ρίζας ή μέσω της βιομετατροπής των THCA ή CBDA χρησιμοποιώντας μυκητιακά,
βακτηριακά ή φυτικά κύτταρα (Akhtar et al., 2015).

Η αυξανόμενη γνώση μας για τα βασικά μοριακά συστατικά που ενεργοποιούν τις ποικίλες φυτοχημικές
οδούς στο φυτό (Εικόνα 2), μπορεί επίσης να επιτρέψει, μέσω μιας προσέγγισης γενετικής μηχανικής,
να αυξηθεί περαιτέρω η παραγωγή συγκεκριμένων κανναβινοειδών, τερπενίων ή φαινολικών ενώσεων ή να
αναδημιουργηθεί η οδός σε ετερόλογα συστήματα χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση συνθετικής βιολογίας.
Εκτός από τη σπουδαιότητα των μελετών που επικεντρώνονται στη βελτίωση του γενετικού
μετασχηματισμού της κάνναβης, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε περισσότερα σχετικά με τους
ρυθμιστικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην παραγωγή δευτερογενούς μεταβολίτη στην C. sativa. Για
παράδειγμα, οι ενζυμολογικές και δομικές μελέτες θα βοηθήσουν στην εκπόνηση προσεγγίσεων μηχανικής
πρωτεϊνών για τη βελτίωση των καταλυτικών λειτουργιών των βασικών ενζύμων (Taura et al., 2007a).
Ωστόσο, θα απαιτηθούν περαιτέρω μελέτες για την αποσαφήνιση άλλων βασικών γονιδίων που εμπλέκονται
σε βιοσυνθετικές οδούς, για παράδειγμα, λιγότερο άφθονα παράγωγα κανναβινοειδών. Για το σκοπό αυτό,
ο συνδυασμός μεταβολιμικής με λειτουργικούς χαρακτηρισμούς γονιδιακών προϊόντων βασισμένων στο
γονιδίωμα, θα παρέχει μια επιταχυνόμενη πορεία προς την ανακάλυψη νέων βιοσυνθετικών οδών σε
εξειδικευμένους μεταβολίτες. Πράγματι, οι λειτουργίες πολλών γονιδίων έχουν ταυτοποιηθεί και
χαρακτηριστεί μέσω της συσχέτισης της γονιδιακής έκφρασης και της συσσώρευσης του μεταβολίτη
(Sumner et al., 2015). Οι κλασσικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιήθηκαν επικεντρώθηκαν στη χωρική και
χρονική κατανομή των στοχευμένων φυτοχημικών και στο φυτικό μεταγραφικό, όπως επηρεάζεται από το
αναπτυξιακό στάδιο και τις περιβαλλοντικές πιέσεις. Όσον αφορά την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος
για τα φυτοχημικά προϊόντα της κάνναβης σήμερα, τα αποτελέσματα αυτών των μελετών θα είναι σύντομα
διαθέσιμα.

ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
CA συμμετείχε στη συγγραφή ανασκόπησης, J-FH συμμετείχε στη αναθεώρηση του εγγράφου, και GG
ξεκίνησε την ιδέα της ανασκόπησης και συμμετείχε στην γραφή του εγγράφου.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ
Οι συγγραφείς επιθυμούν να ευχαριστήσουν για την υποστήριξη του Fonds National de la Recherche του
Λουξεμβούργου (Project CANCAN C13 / SR / 5774202). Ο Laurent Solinhac αναγνωρίζεται με ευχαριστία
για την παροχή της εικόνας διαμήκους διατομής του στελέχους κάνναβης που φαίνεται στην Εικόνα 1. Οι συγγραφείς
είναι ευγνώμονες στον Dr. David J. Potter (GW Pharmaceuticals Ltd, Salisbury, Wiltshire, UK) για
την παροχή εικόνων τριχωμάτων που φαίνονται στην Εικόνα 3.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:
* Akhtar, M., Shaari, K., Verpoorte, R. (2015). “Biotransformation of Tetrahydrocannabinol”
(Βιομετατροπή της τετραϋδροκανναβινόλης). Phytochem. Rev. 1–14.
* Andre, C. M., Larondelle, Y., Evers, D. (2010). “Dietary antioxidants and oxidative stress from a
human and plant perspective: a review” (Διαιτητικά αντιοξειδωτικά και οξειδωτικό στρες από την
ανθρώπινη και την φυτική προοπτική: μια ανασκόπηση) Curr. Nutr. Food Sci. 6, 2–12.
* Andre, C. M., Schafleitner, R., Legay, S., Lefèvre, I., Aliaga, C. A., Nomberto,
G. (2009). “Gene expression changes related to the production of phenolic compounds in potato
tubers grown under drought stress” (Τροποποιήσεις γονιδιακής έκφρασης που σχετίζονται με την
παραγωγή φαινολικών ενώσεων σε κονδύλους πατάτας που καλλιεργούνται κάτω από στρες ξηρασίας)
Phytochemistry 70, 1107–1116.
* Appendino, G., Gibbons, S., Giana, A., Pagani, A., Grassi, G., Stavri, M. (2008). “Antibacterial
cannabinoids from Cannabis sativa: a structure-activity study” (Αντιβακτηριακά κανναβινοειδή από
την Cannabis sativa: μελέτη δομημένης δραστηριότητας) J. Nat. Prod. 71, 1427–1430.
* Arts, I. C., Hollman, P. C. (2005). “Polyphenols and disease risk in epidemiologic studies”
(Πολυφαινόλες και κίνδυνος ασθένειας σε επιδημιολογικές μελέτες) Am. J. Clin. Nutr. 81, 317–325.
* Atanasov, A. G., Waltenberger, B., Pferschy-Wenzig, E.-M., Linder, T., Wawrosch, C., Uhrin, P.
(2015). “Discovery and resupply of pharmacologically active plant-derived natural products: a
review” (Ανακάλυψη και επαναφορά των φαρμακολογικώς ενεργών φυσικών προϊόντων από φυτά: μια
επισκόπηση) Biotechnol. Adv. 33, 1582–1614.
* Balcke, G. U., Bennewitz, S., Zabel, S., Tissier, A. (2014). “Isoprenoid and metabolite profiling
of plant trichomes” (Ισοπρενοειδές και μεταβολιτικό προφίλ των φυτικών τριχωμάτων) Methods Mol.
Biol. 1153, 189–202.
* Bao, Q., Liu, H., Fu, K., Zhang, C., Wang, C., Feng, Y. (2014). “Hemp Bast fiber Extract with
Antibacterial Activity, Preparation Method and Application of Hemp Bast fiber Extract” (Εκχύλισμα
κλωστικής κάνναβης με αντιβακτηριακή δράση, μέθοδος παρασκευής και εφαρμογή εκχυλίσματος ινών
κλωστικής κάνναβης) Patent publication number CN104018343A. Washington, DC: U.S.

Patent and Trademark Office.
* Binder, A., Lambert, J., Morbitzer, R., Popp, C., Ott, T., Lahaye, T. (2014). “A modular plasmid
assembly kit for multigene expression, gene silencing and silencing rescue in plants” (Ένα δομικό
κιτ συναρμολόγησης πλασμιδίων για πολυγονιδιακή έκφραση, σίγαση γονιδίων και διάσωση σίγασης σε
φυτά) PLoS ONE 9:e88218.
* Borrelli, F., Fasolino, I., Romano, B., Capasso, R., Maiello, F., Coppola, D. (2013). “Beneficial
effect of the non-psychotropic plant cannabinoid cannabigerol on experimental inflammatory bowel
disease” (Ευεργετική επίδραση του μη ψυχοτρόπου φυτικού κανναβινοειδούς κανναβιγερόλης στην
πειραματική φλεγμονώδη νόσο του εντέρου) Biochem. Pharmacol. 85, 1306–1316.
* Bortesi, L., Rademacher, T., Schiermeyer, A., Schuster, F., Pezzotti, M., Schillberg, S. (2012).
“Development of an optimized tetracycline-inducible expression system to increase the accumulation
of interleukin-10 in tobacco BY-2 suspension cells” (Ανάπτυξη ενός βελτιστοποιημένου συστήματος
επαγόμενης από τετρακυκλίνη έκφρασης για αύξηση της συσσώρευσης ιντερλευκίνης-10 σε κύτταρα
εναιωρήματος καπνού BY-2) BMC Biotechnol.
12:40.
* Bouloc, P., Allegret, S., and Arnaud, L. (2013). “Hemp: Industrial Production and Uses” (Κάνναβη:
Βιομηχανική Παραγωγή και Χρήσεις) Wallingford, CT: CABI Publishing.
* Bouvier, F., Rahier, A., and Camara, B. (2005). “Biogenesis, molecular regulation and function of
plant isoprenoids” (Βιογένεση, μοριακή ρύθμιση και λειτουργία ισοπρενοειδών φυτών) Progr. Lipid
Res. 44, 357–429.
* Brenneisen, R. (2007). “Chemistry and analysis of phytocannabinoids and other cannabis
constituents” (Χημεία και ανάλυση των φυτοκανναβινοειδών και άλλων συστατικών κάνναβης) in
Marijuana and the Cannabinoids Forensic Science and Medicine, ed. M. ElSohly (New York, NY: Humana
Press), 17–49.
* Bruci, Z., Papoutsis, I., Athanaselis, S., Nikolaou, P., Pazari, E., Spiliopoulou, C. (2012).
“First systematic evaluation of the potency of Cannabis sativa plants grown in Albania” (Πρώτη
συστηματική αξιολόγηση της ισχύος των φυτών Cannabis sativa που καλλιεργούνται στην Αλβανία)
Forensic. Sci. Int. 222, 40– 46.
* Bulgakov, V. P. (2008). “Functions of ROL genes in plant secondary metabolism” (Λειτουργίες των
γονιδίων ROL στον δευτερογενή μεταβολισμό των φυτών) Biotechnol. Adv. 26, 318–324.
* Burstein, S. (2015). “Cannabidiol (CBD) and its analogs: a review of their effects on
inflammation” (Η κανναβιδιόλη (CBD) και τα ανάλογα της: ανασκόπηση των αποτελεσμάτων τους στη φλεγμονή) Bioorgan. Med. Chem.
23, 1377–1385.
* Cai, Z., Kastell. A., Knorr, D., Smetanska, I. (2012). “Exudation: an expanding technique for
continuous production and release of secondary metabolites from plant cell suspension and hairy
root cultures” (Εξίδρωση: μια τεχνική επέκτασης για συνεχή παραγωγή και απελευθέρωση δευτερογενών
μεταβολιτών από εναιώρημα φυτικών κυττάρων και καλλιεργειών τριχωτού ρίζας) Plant Cell Rep. 31,
461–477.
* Cappelletto, P., Brizzi, M., Mongardini, F., Barberi, B., Sannibale, M., Nenci, G. (2001).
“Italy-grown hemp: yield, composition and cannabinoid content” (Ιταλική καλλιέργεια κάνναβης:
απόδοση, σύνθεση και περιεκτικότητα σε κανναβινοειδή) Indust. Crop Prod. 13, 101–113.
* Cassano, R., Trombino, S., Ferrarelli, T., Nicoletta, F. P., Mauro, M. V., Giraldi,
C. (2013). “Hemp fiber (Cannabis sativa L.) derivatives with antibacterial and chelating
properties” (Παράγωγα ινών κλωστικής κάνναβης (Cannabis sativa L.) με αντιβακτηριακές και χηλικές
ιδιότητες) Cellulose 20, 547–557.
* Chen, H. C., Song, J., Williams, C. M., Shuford, C. M., Liu, J., Wang, J. P. (2014). “Systems
biology of lignin biosynthesis in Populus trichocarpa: heteromeric 4-coumaric acid:coenzyme A
ligase protein complex formation, regulation, and numerical modeling” (Βιολογία συστημάτων της
βιοσύνθεσης λιγνίνης στο Populus trichocarpa: ετερόμετρο 4-κουμαρικό οξύ:σχηματισμός συμπλόκου
πρωτεΐνης λιγκάσης Α, ρύθμιση και αριθμητική μοντελοποίηση) Plant Cell 26, 876–893.
* Cleemput, M. V., Cattoor, K., Bosscher, K. D., Haegeman, G., Keukeleire, D. D., Heyerick, A.
(2009). “Hop (Humulus lupulus)-derived bitter acids as multipotent bioactive compounds” (Λυκίσκος
(Humulus lupulus) – παράγωγα πικρών οξέων ως πολυδύναμες βιοδραστικές ενώσεις) J. Nat. Prod. 72,
1220– 1230.
* Cui-Ying, M., Wing Keung, L., Chun-Tao, C. (2002). “Lignanamides and nonalkaloidal components of
Hyoscyamus niger seeds” (Αμίδια λιγνάνης και μη αλκαλοειδή συστατικά των σπόρων Hyoscyamus niger)
J. Nat. Prod. 65, 206–209.
* Dafny-Yelin, M., Tzfira, T. (2007). “Delivery of multiple transgenes to plant cells” (Παράδοση
πολλαπλών διαγονιδίων σε φυτικά κύτταρα) Plant Physiol. 145, 1118–1128.
* Dai, X., Wang, G., Yang, D. S., Tang, Y., Broun, P., Marks, M. D. (2010). “TrichOME: a
comparative omics database for plant trichomes” (TrichOME: μια συγκριτική βάση δεδομένων omics για
φυτικά τριχώματα) Plant Physiol. 152, 44–54.

* Dalisay, D. S., Kim, K. W., Lee, C., Yang, H., Rebel, O., Bowen, B. P. (2015). “Dirigent
protein-mediated lignan and cyanogenic glucoside formation in flax seed: integrated -omics and
MALDI mass spectrometry imaging” (Διαδικασία με διαμεσολαβούμενη πρωτεΐνη λιγνάνης και κυανογόνο
σχηματισμό γλυκοσίδης σε σπόρους λιναριού: ενσωματωμένα -omics και απεικόνιση φασματομετρίας μάζας
MALDI) J. Nat. Prod. 78, 1231–1242.
* Davis, W. M., Hatoum, N. S. (1983). “Neurobehavioral actions of cannabichromene and interactions
with delta9-tetrahydrocannabinol” (Νέες συμπεριφορές της κανναβιχρωμένης και αλληλεπιδράσεις με
δέλτα9- τετραϋδροκανναβινόλη) Gen. Pharmacol. Vasc. Sys. 14, 247–252.
* DeLong, G. T., Wolf, C. E., Poklis, A., Lichtman, A. H. (2010). “Pharmacological evaluation of
the natural constituent of Cannabis sativa, cannabichromene and its modulation by
Δ9-tetrahydrocannabinol” (Φαρμακολογική αξιολόγηση του φυσικού συστατικού της Cannabis sativa, της
κανναβιχρωμένης και της διαμόρφωσης της με Δ9- τετραϋδροκανναβινόλη) Drug Alcohol Depend. 112,
126–133.
* De Petrocellis, L., Ligresti, A., Moriello, A. S., Allarà, M., Bisogno, T., Petrosino, S.
(2011). “Effects of cannabinoids and cannabinoid-enriched Cannabis extracts on TRP channels and
endocannabinoid metabolic enzymes” (Τα αποτελέσματα των κανναβινοειδών και τα εκχυλίσματα κάνναβης
εμπλουτισμένα με κανναβινοειδή σε κανάλια TRP και μεταβολικά ένζυμα ενδοκανναβινοειδών) Br. J.
Pharmacol. 163, 1479–1494.
* Dilshad, E., Cusido, R. M., Palazon, J., Estrada, K. R., Bonfill, M., Mirza, B. (2015). “Enhanced
artemisinin yield by expression of rol genes in Artemisia annua” (Ενισχυμένη απόδοση αρτεμισινίνης
με έκφραση γονιδίων rol σε Artemisia annua) Malar. J. 14:424.
* Di Marzo, V., Piscitelli, F. (2015). “The endocannabinoid system and its modulation by
Phytocannabinoids” (Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και η διαμόρφωσή του από φυτοκανναβινοειδή)
Neurotherapeutics 12, 692–698.
* Di Sansebastiano, G. P., Rizzello, F., Durante, M., Caretto, S., Nisi, R., De Paolis, A. (2015).
“Subcellular compartmentalization in protoplasts from Artemisia annua cell cultures: engineering
attempts using a modified SNARE protein” (Υποκυτταρική διαμερισματοποίηση σε πρωτοπλάστες από
κυτταρικές καλλιέργειες Artemisia annua: απόπειρες μηχανικής που χρησιμοποιούν τροποποιημένη
πρωτεΐνη SNARE) J. Biotechnol. 202, 146–152.
* Docimo, T., Consonni, R., Coraggio, I., Mattana, M. (2013). “Early phenylpropanoid biosynthetic
steps in Cannabis sativa: link between genes and metabolites” (Πρόωρα βιοσυνθετικά βήματα
φαινυλοπροπανοειδίου στην Cannabis sativa: σύνδεση μεταξύ γονιδίων και μεταβολιτών) Int. J. Mol.

Sci. 14:13626.
* Efferth, T., Koch, E. (2011). “Complex interactions between phytochemicals. The multi-target
therapeutic concept of phytotherapy” (Πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φυτοχημικών. Η
θεραπευτική ιδέα της φυτοθεραπείας για πολλούς στόχους) Curr. Drug Target. 12, 122–132.
* Eisohly, H. N., Turner, C. E., Clark, A. M., Eisohly, M. A. (1982). “Synthesis and antimicrobial
activities of certain cannabichromene and cannabigerol related compounds” (Σύνθεση και
αντιμικροβιακές δραστικότητες ορισμένων ενώσεων που σχετίζονται με την κανναβιχρωμένη και την
κανναβιγερόλη) J. Pharm. Sci. 71, 1319–1323. doi: 10.1002/jps.2600711204
* ElSohly, M. A., Slade, D. (2005). “Chemical constituents of marijuana: the complex mixture of
natural cannabinoids” (Χημικά συστατικά της κάνναβης: το σύνθετο μείγμα φυσικών κανναβινοειδών)
Life Sci. 78, 539–548.
* Elzinga, S., fischedick, J., Podkolinski, R., Raber, J. C. (2015). “Cannabinoids and terpenes as
chemotaxonomic markers in cannabis” (Τα κανναβινοειδή και τα τερπένια ως χημειοταξινομικοί δείκτες
στην κάνναβη) Nat. Prod. Chem. Res. 3:81.
* Englund, A. M., Stone, J., Morrison, P. D. (2012). “Cannabis in the arm: what can we learn from
intravenous cannabinoid studies?” (Η κάνναβη στο χέρι: τι μπορούμε να μάθουμε από τις ενδοφλέβιες
μελέτες για τα κανναβινοειδή;) Curr. Pharmaceut. Des. 18, 4906–4914.
* Epstein, E. (2009). “Silicon: its manifold roles in plants” (Το πυρίτιο: οι πολλαπλοί ρόλοι του
σε φυτά) Ann. Appl. Biol. 155, 155–160.
* Farag, S., Kayser, O. (2015). “Cannabinoids production by hairy root cultures of Cannabis sativa
L.” (Παραγωγή κανναβινοειδών από καλλιέργειες τριχωτού ρίζας της Cannabis sativa L.) Am. J. Plant
Sci. 6, 1874–1884.
* Feeney, M., Punja, Z. K. (2003). “Tissue culture and Agrobacterium- mediated transformation of
hemp (Cannabis sativa L.)” (Καλλιέργεια ιστών και μεσολαβούμενη από Agrobacterium μεταποίηση
κάνναβης (Cannabis sativa L.)) In Vitro Cell. Dev. Biol. Plant 39, 578–585.
* Fellermeier, M., Zenk, M. H. (1998). “Prenylation of olivetolate by a hemp transferase yields
cannabigerolic acid, the precursor of tetrahydrocannabinol” (Η πρενυλίωσις της olivetolate δια της
τρανσφεράσης κλωστικής κάνναβης αποδίδει κανναβιγερολικό οξύ, τον πρόδρομο της
τετραϋδροκανναβινόλης) FEBS Lett. 427, 283–285.
* Fischedick, J. T., Hazekamp, A., Erkelens, T., Choi, Y. H., Verpoorte, R. (2010). “Metabolic
fingerprinting of Cannabis sativa L., cannabinoids and terpenoids for chemotaxonomic and drug
standardization purposes” (Μεταβολικά σημεία ταυτοποίησης της Cannabis sativa L., κανναβινοειδή και
τερπενοειδή για σκοπούς χημειοταξινόμησης και τυποποίησης φαρμάκων) Phytochemistry
71, 2058–2073.
* Flores-Sanchez, I. J., Pec, J., Fei, J., Choi, Y. H., Dusek, J., Verpoorte, R. (2009).
“Elicitation studies in cell suspension cultures of Cannabis sativa L.” (Μελέτες εκπόνησης σε
καλλιέργειες κυτταρικού εναιωρήματος της Cannabis sativa L.) J. Biotechnol. 143, 157–168.
* Flores-Sanchez, I. J., Verpoorte, R. (2008). “Secondary metabolism in Cannabis” (Δευτερογενής
μεταβολισμός στην κάνναβη) Phytochem. Rev. 7, 615–639.
* Fukumoto, S., Sawasaki, E., Okuyama, S., Miyake, Y., Yokogoshi, H. (2006). “Flavor components of
monoterpenes in citrus essential oils enhance the release of monoamines from rat brain slices” (Τα
συστατικά γεύσης των μονοτερπενίων σε αιθέρια έλαια εσπεριδοειδών ενισχύουν την απελευθέρωση
μονοαμινών από φέτες εγκεφάλου αρουραίου) Nutr.
Neurosci. 9, 73–80.
* Gagne, S. J., Stout, J. M., Liu, E., Boubakir, Z., Clark, S. M., Page, J. E. (2012).
“Identification of olivetolic acid cyclase from Cannabis sativa reveals a unique catalytic route to
plant polyketides” (Η αναγνώριση της κυκλάσης olivetolic οξέος από την Cannabis sativa αποκαλύπτει
μια μοναδική καταλυτική οδό για τα φυτική πολυκετίδια) Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 109,
12811–12816.
* Gai, Q. Y., Jiao, J., Luo, M., Wie, Z. F., Zu, Y. G., Ma, W. (2015).
“Establishment of hairy root cultures by Agrobacterium rhizogenes mediated transformation of Isatis
tinctoria L. for the efficient production of flavonoids and evaluation of antioxidant activities”
(Δημιουργία καλλιέργειας τριχωτού ρίζας με τη μεσολάβηση του Agrobacterium rhizogenes
μετασχηματισμού του Isatis tinctoria L. για την αποτελεσματική παραγωγή φλαβονοειδών και αξιολόγηση
των αντιοξειδωτικών δράσεων) PLoS ONE 10:e0119022.
* Gengmao, Z., Shihui, L., Xing, S., Yizhou, W., Zipan, C. (2015). “The role of silicon in
physiology of the medicinal plant (Lonicera japonica L.) under salt stress” (Ο ρόλος του πυριτίου
στη φυσιολογία του φαρμακευτικού φυτού (Lonicera japonica L.) υπό το στρες άλατος) Sci. Rep.
5:12696.
* Gertsch, J., Leonti, M., Raduner, S., Racz, I., Chen, J.-Z., Xie, X.-Q. (2008).
“Beta-caryophyllene is a dietary cannabinoid” (Το βήτα-καρυοφυλλένιο είναι ένα διαιτητικό
κανναβινοειδές) Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 105, 9099–9104.
* Gertsch, J., Pertwee, R. G., Di Marzo, V. (2010). “Phytocannabinoids beyond the Cannabis plant –
do they exist?” (Φυτοτανανανοειδή πέρα από το φυτό κάνναβης – υπάρχουν;) Br. J. Pharmacol. 160,
523–529.
* Giacoppo, S., Mandolino, G., Galuppo, M., Bramanti, P., Mazzon, E. (2014).

“Cannabinoids: new promising agents in the treatment of neurological diseases” (Κανναβινοειδή: νέοι
πολλά υποσχόμενοι παράγοντες στη θεραπεία νευρολογικών ασθενειών) Molecules 19, 18781–18816.
* Goossens, A., Moses, T., Pollier, J., Almagro Romero, L. (2015). “Triterpenoids Sapogenin
Production in Plant and Microbial Cultures” (Παραγωγή τριτερπενοειδών σαπογενίνης σε φυτικές και
μικροβιακές καλλιέργειες) U.S. Patent No. 20,150,141,633. Washington, DC: U.S. Patent and Trademark
Office.
* Gould, J. (2015). “The Cannabis crop” (Η καλλιέργεια κάνναβης) Nature 525, S2–S3.
* Gu, L. F. (2006). “Surgical Sewing Free Zipper Made of Antibiotic Material Hemp fiber”
(Χειρουργική ραφή χωρίς φερμουάρ κατασκευασμένη από αντιβιοτικό υλικό ινών κάνναβης) Patent
publication number CN 2829641 Y. Washington, DC: U.S. Patent and Trademark Office.
* Guerriero, G., Hausman, J. F., Strauss, J., Ertan, H., Siddiqui, K. S. (2015). “Destructuring
plant biomass: focus on fungal and extremophilic cell wall hydrolases” (Καταστροφή βιομάζας φυτών:
εστίαση σε μυκητιακές και ακραιοφιλικές υδρολάσες κυτταρικού τοιχώματος) Plant Sci. 234, 180–193.
* Guerriero, G., Hausman, J.-F., Strauss, J., Ertan, H., Siddiqui, K. S. (2016). “Lignocellulosic
biomass: biosynthesis, degradation, and industrial utilization” (Lignocellulosic βιομάζα:
Βιοσύνθεση, αποικοδόμηση και βιομηχανική χρήση) Eng. Life Sci. 16, 1–16.
* Guerriero, G., Sergeant, K., Hausman, J. F. (2013). “Integrated -omics: a powerful approach to
understanding the heterogeneous lignification of fibre crops” (Ολοκληρωμένα -omics: μια ισχυρή
προσέγγιση για την κατανόηση της ετερογενούς λιγνινοποίησης των φυτικών ινών) Int. J. Mol. Sci. 14,
10958– 10978.
* Guerriero, G., Sergeant, K., Hausman, J. F. (2014). “Wood biosynthesis and typologies: a
molecular rhapsody” (Βιοσύνθεση ξύλου και τυπολογίες: μια μοριακή ραψωδία) Tree Physiol. 34,
839–855.
* Gutiérrez, A., del Río, J. C. (2005). “Chemical characterization of pitch deposits produced in
the manufacturing of high-quality paper pulps from hemp fibers” (Χημικός χαρακτηρισμός των
εναποθέσεων βήματος που παράγονται κατά την παραγωγή χαρτοπολτών υψηλής ποιότητας από ίνες
κάνναβης) Bioresour. Technol. 96, 1445–1450.
* Halliwell, B., Rafter, J., Jenner, A. (2005). “Health promotion by flavonoids, tocopherols,
tocotrienols, and other phenols: direct or indirect effects?
Antioxidant or not?” (Προώθηση της υγείας από φλαβονοειδή, τοκοφερόλες, τοκοτριενόλες και άλλες
φαινόλες: άμεσες ή έμμεσες επιδράσεις;

Αντιοξειδωτικά ή όχι;) Am. J. Clin. Nutr. 81, 268–276.
* Han, J. Y., Wang, H. Y., Choi, Y. E. (2014). “Production of dammarenediol-II triterpene in a cell
suspension culture of transgenic tobacco” (Παραγωγή τριτερπενίου dammarenediol-II σε καλλιέργεια
κυτταρικού εναιωρήματος διαγονιδιακού καπνού) Plant Cell Rep. 33, 225–233.
* Hao, X. M., Yang, Y., An, L. X., Wang, J. M., Han, L. (2014). “Study on antibacterial mechanism
of hemp fiber” (Μελέτη για τον αντιβακτηριακό μηχανισμό ινών κάνναβης) Adv. Mat. Res. 887–888,
610–613.
* Happyana, N., Agnolet, S., Muntendam, R., Van Dam, A., Schneider, B., Kayser, O. (2013).
“Analysis of cannabinoids in laser-microdissected trichomes of medicinal Cannabis sativa using
LCMS and cryogenic NMR” (Ανάλυση των κανναβινοειδών σε τριχομερή με μικροσκόπιο λέιζερ του
φαρμακευτικού Cannabis sativa χρησιμοποιώντας LCMS και κρυογονικό NMR) Phytochemistry 87, 51–59.
* Hazekamp, A., Verpoorte, R. (2006). “Structure elucidation of the tetrahydrocannabinol complex
with randomly methylated β-cyclodextrin” (Δομή διαλεύκανσης του συμπλόκου τετραϋδροκανναβινόλης με
τυχαία μεθυλιωμένη β-κυκλοδεξτρίνη) Eur. J. Pharm. Sci. 29, 340–347.
* Hill, A. J., Williams, C. M., Whalley, B. J., Stephens, G. J. (2012). “Phytocannabinoids as novel
therapeutic agents in {CNS} disorders” (Τα φυτοταναβινοειδή ως νέοι θεραπευτικοί παράγοντες στις
διαταραχές του ΚΝΣ) Pharmacol. Therapeut. 133, 79–97.
* Hughes, E. H., Hong, S. B., Shanks, J. V., San, K. Y., Gibson, S. I. (2002). “Characterization of
an inducible promoter system in Catharanthus roseus hairy roots” (Χαρακτηρισμός ενός διεγέρσιμου
συστήματος προαγωγέα σε τριχωτό ριζών Catharanthus roseus) Biotechnol. Prog. 18, 1183–1186.
* Ibrahim, T. A. (2012). “Chemical composition and biological activity of extracts from Salvia
bicolor Desf. growing in Egypt” (Χημική σύνθεση και βιολογική δραστικότητα εκχυλισμάτων από Salvia
bicolor Desf. καλλιέργεια στην Αίγυπτο) Molecules 17, 11315–11334.
* Iseger, T. A., Bossong, M. G. (2015). “A systematic review of the antipsychotic properties of
cannabidiol in humans” (Μια συστηματική ανασκόπηση των αντιψυχωτικών ιδιοτήτων της κανναβιδιόλης
στους ανθρώπους) Schizophr. Res. 162, 153–161.
* Jiao, J., Gai, Q. Y., Fu, Y. J., Ma, W., Peng, X., Tan, S. N. (2014). “Efficient production of
isoflavonoids by Astragalus membranaceus hairy root cultures and evaluation of antioxidant
activities of extracts” (Αποτελεσματική παραγωγή ισοφλαβονοειδών από καλλιέργειες τριχωτού ριζών
Astragalus membranaceus και αξιολόγηση αντιοξειδωτικών δραστικοτήτων

εκχυλισμάτων) J. Agric. Food Chem. 62, 12649–12658.
* Jin, J., Panicker, D., Wang, Q., Kim, M. J., Liu, J., Yin, J. L. (2014). “Next generation
sequencing unravels the biosynthetic ability of spearmint (Mentha spicata) peltate glandular
trichomes through comparative transcriptomics” (Η αλληλουχία της επόμενης γενιάς ξεδιπλώνει τη
βιοσυνθετική ικανότητα των τριχωματικών αδένων (Mentha spicata) σε ζελατίνη (Mentha spicata) μέσω
της συγκριτικής μεταγραφικής ανάλυσης) BMC Plant Biol. 14:292.
* Kempinski, C., Jiang, Z., Bell, S., Chappell, J. (2015). “Metabolic engineering of higher plants
and algae for isoprenoid production” (Μεταβολική μηχανική ανώτερων φυτών και άλγης για παραγωγή
ισοπρενοειδών) Adv. Biochem.
Eng. Biotechnol. 148:161.
* Kennedy, D. O., Dodd, F. L., Robertson, B. C., Okello, E. J., Reay, J. L., Scholey,
A. B. (2011). “Monoterpenoid extract of sage (Salvia lavandulaefolia) with cholinesterase
inhibiting properties improves cognitive performance and mood in healthy adults” (Το εκχύλισμα
μονοτερπενοειδών από φασκόμηλο (Salvia lavandulaefolia) με ανασταλτικές ιδιότητες χολινεστεράσης
βελτιώνει τις γνωστικές επιδόσεις και τη διάθεση σε υγιείς ενήλικες) J. Psychopharmacol. 25,
1088–1100.
* Khan, B. A., Wang, J., Warner, P., Wang, H. (2015). “Antibacterial properties of hemp hurd powder
against E. Coli” (Αντιβακτηριακές ιδιότητες της σκόνης κορμού κάνναβης ενάντια σε Ε. Coli) J. Appl.
Polym. Sci. 132:41588.
* Khan, B., Warner, P., Wang, H. (2014). “Antibacterial properties of hemp and other natural fibre
plants: a review” (Αντιβακτηριδιακές ιδιότητες της κάνναβης και άλλων φυτών με φυσικές ίνες: μια
επισκόπηση) Bioresources 9, 3642–3659.
* Kiprono, P. C., Kaberia, F., Keriko, J. M., Karanja, J. N. (2000). “The in vitro anti-fungal and
anti-bacterial activities of beta-sitosterol from Senecio lyratus (Asteraceae)” (Οι in vitro
αντιμυκητιασικές και αντιβακτηριακές δραστηριότητες βήτα-σιτοστερόλης από Senecio lyratus
(Asteraceae)) Z. Naturforsch. C55, 485–488.
* Kirby, J., Romanini, D. W., Paradise, E. M., Keasling, J. D. (2008). “Engineering triterpene
production in Saccharomyces cerevisiae–β-amyrin synthase from Artemisia annua” (Μηχανική παραγωγή
τριτερπενίου στη συνθετάση Saccharomyces cerevisiae-β-αμυρίνη από την Artemisia annua) FEBS J. 275,
1852–1859.
* Klein, C., Karanges, E., Spiro, A., Wong, A., Spencer, J., Huynh, T. (2011). “Cannabidiol
potentiates D9-tetrahydrocannabinol (THC) behavioural effects and alters THC pharmacokinetics
during acute and chronic treatment in

adolescent rats” (Η κανναβιδιόλη ενισχύει τις συμπεριφορικές επιδράσεις της
Δ9-τετραϋδροκανναβινόλης (THC) και μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της THC κατά τη διάρκεια οξείας
και χρόνιας θεραπείας σε έφηβους αρουραίους) Psychopharmacology 218, 443–457.
* Komori, T., Fujiwara, R., Tanida, M., Nomura, J., Yokoyama, M. M. (1995). “Effects of citrus
fragrance on immune function and depressive states” (Οι επιδράσεις του αρώματος εσπεριδοειδών στην
ανοσολογική λειτουργία και τις καταθλιπτικές καταστάσεις) Neuroimmunology 2, 174–180.
* Kortekaas, S., Soto, M., Vicent, T., field, J. A., Lettinga, G. (1995). “Contribution of
extractives to methanogenic toxicity of hemp black liquor” (Συμβολή των εκχυλιστικών ουσιών στην
μεθανογενή τοξικότητα του μαύρου υγρού της κάνναβης) J. Ferm. Bioeng. 80, 383–388.
* Lata, H., Chandra, S., Khan, I., ElSohly, M. A. (2009a). “Thidiazuron induced high frequency
direct shoot organogenesis of Cannabis sativa L. In vitro” (Η θειδιαζουρόνη προκάλεσε οργανογενέση
άμεσης βλαστικής φοράς υψηλής συχνότητας της Cannabis sativa L. in vitro) Cell. Dev. Biol. Plant
45, 12–19.
* Lata, H., Chandra, S., Khan, I. A., Elsohly, M. A. (2009b). “Propagation through alginate
encapsulation of axillary buds of Cannabis sativa L. – an important medicinal plant”
(Πολλαπλασιασμός μέσω εγκλεισμού αλγινικών μασχαλών μπουμπουκιών του Cannabis sativa L. – ένα
σημαντικό φαρμακευτικό φυτό) Physiol. Mol. Biol. Plants 15, 79–86.
* Lata, H., Chandra, S., Khan, I. A., Elsohly, M. A. (2010). “High frequency plant regeneration
from leaf derived callus of high Δ9-tetrahydrocannabinol yielding Cannabis sativa L.” (Αναγέννηση
φυτών υψηλής συχνότητας από τύλους προερχόμενους από φύλλα υψηλής σε περιεκτικότητα Δ9-
τετραϋδροκανναβινόλης Cannabis sativa L.) Planta Med. 76, 1629–1633.
* Lata, H., Chandra, S., Techen, N., Khan, I. A., ElSohly, M. A. (2011). “Molecular analysis of
genetic fidelity in Cannabis sativa L. plants grown from synthetic (encapsulated) seeds following
in vitro storage” (Μοριακή ανάλυση της γενετικής πιστότητας στα φυτά Cannabis sativa L. που
αναπτύχθηκαν από συνθετικούς (ενθυλακωμένους) σπόρους μετά από in vitro αποθήκευση) Biotechnol.
Lett. 33, 2503–2508.
* Leizer, C., Ribnicky, D., Poulev, A., Dushenkov, S., Raskin, I. (2000). “The composition of hemp
seed oil and its potential as an important source of nutrition” (Η σύνθεση του ελαίου σπόρων
κάνναβης και το δυναμικό της ως σημαντική πηγή διατροφής) J. Nutraceutical. Funct. Med. Food 2,
35–54.
* Lesma, G., Consonni, R., Gambaro, V., Remuzzi, C., Roda, G., Silvani, A. (2014).
“Cannabinoid-free Cannabis sativa L. grown in the Po valley: evaluation of fatty acid profile,
antioxidant capacity and metabolic content”

(Χωρίς κανναβινοειδή Cannabis sativa L. που αναπτύχθηκε στην κοιλάδα Po: αξιολόγηση του προφίλ
λιπαρών οξέων, αντιοξειδωτική ικανότητα και μεταβολικό περιεχόμενο) Nat. Prod. Res. 28, 1801–1807.
* Liu, R. H. (2013). “Health-promoting components of fruits and vegetables in the diet” (Υλικά που
προάγουν την υγεία των φρούτων και λαχανικών στη διατροφή) Adv. Nutr. Int. Rev. J. 4, 384S–392S.
* Liu, Y. K., Huang, L. F., Ho, S. L., Liao, C. Y., Liu, H. Y., Lai, Y. H. (2012).
“Production of mouse granulocyte-macrophage colony-stimulating factor by gateway technology and
transgenic rice cell culture” (Παραγωγή παράγοντα διέγερσης αποικίας κοκκιοκυττάρου-μακροφάγου
ποντικού με τεχνολογία πύλης και καλλιέργεια κυττάρων διαγονιδιακού ρυζιού) Biotechnol. Bioeng.
109, 1239–1247.
* Lynch, M. E., Ware, M. A. (2015). “Cannabinoids for the treatment of chronic non-cancer pain: an
updated systematic review of randomized controlled trials” (Κανναβινοειδή για τη θεραπεία του
χρόνιου μη καρκινικού πόνου: επικαιροποιημένη συστηματική ανασκόπηση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων
δοκιμών) J. Neuroimmune. Pharmacol. 10, 1–9.
* MacKinnon, L., McDougall, G., Azis, N., Millam, S. (2001). “Progress towards transformation of
fibre hemp” (Πρόοδος προς τον μετασχηματισμό της κλωστικής κάνναβης) in Annual Report of the
Scottish Crop Research Institute 2000/2001, eds W. H. Macfarlane Smith and T. D. Heilbronn (Dundee:
SCRI Invergowrie), 84–86.
* Mahlberg, P. G., Kim, E. S. (2004). “Accumulation of cannabinoids in the secretory cavity of
Cannabis” (Συσσώρευση κανναβινοειδών στην εκκριτική κοιλότητα στην κάνναβη) J. Industr. Hemp 9,
15–36.
* Marks, M. D., Betancur, L., Gilding, E., Chen, F., Bauer, S., Wenger, J. P. (2008). “A new
method for isolating large quantities of Arabidopsis trichomes for transcriptome, cell wall and
other types of analyses” (Μια νέα μέθοδος για την απομόνωση μεγάλων ποσοτήτων τριχωμάτων
Arabidopsis για μεταγραφικό, κυτταρικό τοίχωμα και άλλα είδη αναλύσεων) Plant J. 56, 483– 492.
* Marks, M. D., Tian, L., Wenger, J. P., Omburo, S. N., Soto-Fuentes, W., He, J., et al. (2009).
“Identification of candidate genes affecting Delta9- tetrahydrocannabinol biosynthesis in Cannabis
sativa” (Προσδιορισμός των υποψήφιων γονιδίων ως προς τη βιοσύνθεση της Δέλτα9-
τετραϋδροκανναβινόλης στην Cannabis sativa) J. Exp. Bot. 13, 3715– 3726.
* Marsh, G. (2003). “Next step for automotive materials” (Το επόμενο βήμα για τα υλικά αυτοκινήτου)
Mater. Today 6, 36–43.
* Marti, G., Schnee, S., Andrey, Y., Simoes-Pires, C., Carrupt, P.-A., Wolfender,

J.-L. (2014). “Study of leaf metabolome modifications induced by UV-C radiations in representative
Vitis, Cissus and Cannabis species by LC-MS based metabolomics and antioxidant assays” (Μελέτη
τροποποιήσεων μετασχηματισμού φύλλων που επάγονται από ακτινοβολίες UV-C σε αντιπροσωπευτικά είδη
Vitis, Cissus και Cannabis με μεταβολισμό και αντιοξειδωτικές δοκιμασίες που βασίζονται σε LC-MS)
Molecules 19, 14004– 14021.
* McDowell, E. T., Kapteyn, J., Schmidt, A., Li, C., Kang, J. H., Descour, A. (2011). “Comparative
functional genomic analysis of Solanum glandular trichome types” (Συγκριτική λειτουργική
γονιδιωματική ανάλυση τύπων αδενικού τριχώματος του Solanum) Plant Physiol. 155, 524–539.
* McPartland, J. M., Russo, E. B. (2001). “Cannabis and Cannabis extracts: greater than the sum of
their parts?” (Κάνναβη και εκχυλίσματα κάνναβης: μεγαλύτερα από το άθροισμα των μερών τους;) J.
Cannabis Therapeut. 1, 103–132.
* Meier, C., Mediavilla, V. (1998). “Factors influencing the yield and the quality of hemp
(Cannabis sativa L.) essential oil” (Παράγοντες που επηρεάζουν την απόδοση και την ποιότητα του
αιθέριου ελαίου της κάνναβης (Cannabis sativa L.)) J. Int. Hemp Assoc. 5, 16–20.
* Meijer, E. P. M., de Hammond, K. M., Micheler, M. (2009). “The inheritance of chemical phenotype
in Cannabis sativa L. (III): variation in cannabichromene proportion” (Η κληρονομικότητα του
χημικού φαινοτύπου στην Cannabis sativa L. (III): μεταβολή της αναλογίας κανναβιχρωμένης) Euphytica
165, 293–311.
* Moses, T., Pollier, J., Thevelein, J. M., Goossens, A. (2013). “Bioengineering of plant
(tri)terpenoids: from metabolic engineering of plants to synthetic biology in vivo and in vitro”
(Βιομηχανία φυτικών (τρι)τερπενοειδών: από τη μεταβολική μηχανική των φυτών στη συνθετική βιολογία
in vivo και in vitro) New Phytol. 200, 27–43.
* Murti, K., Panchal, M. A., Gajera, V., Solanki, J. (2012). “Pharmacological properties of
Matricaria recutita:a review” (Φαρμακολογικές ιδιότητες του Matricaria recutita: μια επισκόπηση)
Pharmcognosy 3, 348–351.
* Naoumika, M. A., Zhao, Q., Gallego-Giraldo, L., Dai, X., Zhao, P. X., Dixon, R.
A. (2010). “Genome-wide analysis of phenylpropanoid defence pathways” (Γενική ανάλυση γονιδιακών
οδών φαινυλοπροπανοειδούς) Mol. Plant Pathol. 11, 829–846.
* Nayidu, N., Bonham-Smith, P., Gruber, M. Y. (2014). “Trichome isolation and integrity test from
Brassica villosa and other species” (Δοκιμή απομόνωσης και ακεραιότητας τριχώματος από Brassica
villosa και άλλα είδη) Bio. Protocol.

4:e1361.
* Ncube, B., Van Staden, J. (2015). “Tilting plant metabolism for improved metabolite biosynthesis
and enhanced human benefit” (Μεταβαλλόμενος μεταβολισμός φυτών για βελτιωμένη βιοσύνθεση μεταβολίτη
και αυξημένο όφελος σε ανθρώπους) Molecules 20, 12698–12731.
* Newman, D. J., Cragg, G. M. (2012). “Natural products as sources of new drugs over the 30 years
from 1981 to 2010” (Φυσικά προϊόντα ως πηγές νέων φαρμάκων για 30 χρόνια από το 1981 έως το 2010)
J. Nat. Prod. 75, 311–335.
* Nielsen, K. A., Tattersall, D. B., Jones, P. R., Møller, B. L. (2008). “Metabolon formation in
dhurrin biosynthesis” (Ο σχηματισμός μεταβολών στη βιοσύνθεση της διουρίνης) Phytochemistry 69,
88–98.
* Pacher, P., Bátkai, S., Kunos, G. (2006). “The endocannabinoid system as an emerging target of
pharmacotherapy” (Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα ως αναδυόμενος στόχος της φαρμακοθεραπείας)
Pharmacol. Rev. 58, 389–462.
* Pacifico, D., Miselli, F., Carboni, A., Moschella, A., Mandolino, G. (2008). “Time course of
cannabinoid accumulation and chemotype development during the growth of Cannabis sativa L.”
(Χρονική πορεία συσσώρευσης κανναβινοειδών και ανάπτυξης χημειοτύπων κατά την ανάπτυξη του Cannabis
sativa L.) Euphytica 160, 231–240.
* Patra, N., Srivastava, A. K. (2014). “Enhanced production of artemisinin by hairy root
cultivation of Artemisia annua in a modified stirred tank reactor” (Ενισχυμένη παραγωγή
αρτεμισινίνης με καλλιέργεια τριχωτού της ρίζας Artemisia annua σε έναν τροποποιημένο αντιδραστήρα
αναδευόμενης δεξαμενής) Appl. Biochem. Biotechnol. 174, 2209–2222.
* Paz, S., Montserrat, M. A., Fernandez-Arche, M. A. (2014). “Hemp (Cannabis sativa L.) seed oil:
analytical and phytochemical characterization of the unsaponifiable fraction” (Σπορέλαιο κλωστικής
κάνναβης (Cannabis sativa L.): αναλυτικός και φυτοχημικός χαρακτηρισμός του μη σαπωνοποιήσιμου
κλάσματος) J. Agr. Food Chem. 62, 1105–1110.
* Pec, J., flores-Sanchez, I. J., Choi, Y. H., Verpoorte, R. (2010). “Metabolic analysis of
elicited cell suspension cultures of Cannabis sativa L. by (1)H-NMR spectroscopy” (Μεταβολική
ανάλυση καλλιεργειών αιωρούμενων κυττάρων της Cannabis sativa L. με φασματοσκοπία (1)Η-ΝΜΚ)
Biotechnol. Lett. 32, 935– 941.
* Petrovic´, M., Debeljak, Ž, Kezic´, N., Džidara, P. (2015). “Relationship between cannabinoids
content and composition of fatty acids in hempseed oils” (Σχέση μεταξύ περιεχομένου κανναβινοειδών
και σύνθεσης λιπαρών οξέων στα έλαια κάνναβης) Food Chem. 170, 218–225.
* Pistelli, L., Giovannini, A., Ruffoni, B., Bertoli, A., (2010). “Hairy root cultures

for secondary metabolites production” (Καλλιέργειες τριχωτού ρίζας για παραγωγή δευτερογενών
μεταβολιτών) Adv. Exp. Med. Biol. 698, 167–184.
* Potter, D. J. (2004). “Growth and Morphology of Medicinal Cannabis” (Αναπτυξη και μορφολογία της
κάνναβης για φαρμακευτική χρήση) in The Medicinal Uses of Cannabis and Cannabinoids, eds G. W. Guy,
B. A. Whittle, P.
J. Robson (London: Pharmaceutical Press), 17–54.
* Pröschel, M., Detsch, R., Boccaccini, A. R., Sonnewald, U. (2015). “Engineering of metabolic
pathways by artificial enzyme channels” (Μηχανική μεταβολικών οδών μέσω τεχνητών ενζυμικών διαύλων)
Front. Bioeng. Biotechnol. 3:168.
* Radwan, M. M., ElSohly, M. A., Slade, D., Ahmed, S. A., Khan, I. A., Ross, S. A. (2009).
“Biologically active cannabinoids from high-potency Cannabis sativa” (Βιολογικά ενεργά
κανναβινοειδή από υψηλής δραστικότητας Cannabis sativa) J. Nat. Prod. 72, 906–911.
* Reuter, L. J., Bailey, M. J., Joensuu, J. J., Ritala, A. (2014). “Scale-up of
hydrophobin-assisted recombinant protein production in tobacco BY-2 suspension cells” (Αύξηση
παραγωγής της υποβοηθούμενης υδροφοβικά ανασυνδυασμένης πρωτεΐνης σε κύτταρα εναιωρήματος καπνού
BY-2) Plant Biotechnol. J. 12, 402–410.
* Ross, S. A., ElSohly, M. A. (1996). “The volatile oil composition of fresh and air- dried buds of
Cannabis sativa” (Η σύνθεση του πτητικού ελαίου των φρέσκων και ξεραμένων στον αέρα οφθαλμών της
Cannabis sativa) J. Nat.
Prod. 59, 49–51.
* Ross, S. A., ElSohly, M. A., Sultana, G. N. N., Mehmedic, Z., Hossain, C. F., Chandra, S. (2005).
“Flavonoid glycosides and cannabinoids from the pollen of Cannabis sativa L.” (Φλαβονοειδή
γλυκοσίδια και κανναβινοειδή από τη γύρη της Cannabis sativa L.) Phytochem. Anal. 16, 45–48.
* Ross, S. A., Mehmedic, Z., Murphy, T. P., ElSohly, M. A. (2000). “GC-MS analysis of the total
L19-THC content of both drug- and fiber-type Cannabis seeds” (Ανάλυση GC-MS της συνολικής
περιεκτικότητας σε L19-THC αμφότερων των σπόρων κάνναβης και κλωστικής κάνναβης) J. Anal. Toxicol.
4, 715–717.
* Rothschild, M., Bergstrom, G., Wangberg, S. (2005). “Cannabis sativa: volatile compounds from
pollen and entire male and female plants of two variants, Northern Lights and Hawaian Indica”
(Cannabis sativa: πτητικές ενώσεις από γύρη και ολόκληρα αρσενικά και θηλυκά φυτά δύο ποικιλιών,
Northern Lights και Hawaian Indica) Bot. J. Linn. Soc. 147, 387–397.
* Russo, E. B. (2011). “Taming THC: potential cannabis synergy and phytocannabinoid-terpenoid
entourage effects” (Δαμάζοντας την THC:

πιθανή συνέργεια στην κάνναβη και η συνδυαστική επίδραση φυτοταναναβινοειδούς με τερπενοειδές) Br.
J. Pharmacol. 163, 1344–1364.
* Russo, E. B., Jiang, H. E., Li, X., Sutton, A., Carboni, A., del Bianco, F., et al. (2008).
“Phytochemical and genetic analyses of ancient Cannabis from Central Asia” (Φυτοχημικές και
γενετικές αναλύσεις της αρχαίας κάνναβης από την Κεντρική Ασία) J. Exp. Bot. 59, 4171–4182.
* Sabater-Jara, A. B., Pedreño, M. A. (2013). “Use of β-cyclodextrins to enhance phytosterol
production in cell suspension cultures of carrot (Daucus carota L.)” (Χρήση β-κυκλοδεξτρινών για
την ενίσχυση της παραγωγής φυτοστερόλης σε καλλιέργειες κυτταρικού εναιωρήματος καρότου (Daucus
carota L.)) Plant Cell Tissue Organ Cult. 114, 249–258.
* Saha, P., Datta, K., Majumder, S., Sarkar, C., China, S. P., Sarkar, S. N. (2014). “Agrobacterium
mediated genetic transformation of commercial jute cultivar Corchorus capsularis cv. JRC 321 using
shoot tip explants” (Agrobacterium διαμεσολαβούμενου γενετικού μετασχηματισμού εμπορικής
καλλιέργειας γιούτας Corchorus capsularis cv. JRC 321 χρησιμοποιώντας εκφυτεύσεις άκρων) Plant Cell
Tiss. Organ. Cult. 118, 313–326.
* Sainvitu, P., Nott, K., Richard, G., Blecker, C., Jérôme, C., Wathelet, J.-P., et al. (2012).
“Structure, properties and obtention routes of flaxseed lignan secoisolariciresinol” (Δομή,
ιδιότητες και οδοί απόδοσης της λιναρόσπορου λιγνάνης σεκοϊσολαρσιριζίνης) Biotechnol. Agron. Soc.
16, 115–124.
* Sakakibara, I., Ikeya, Y., Hayashi, K., Mitsuhashi, H. (1992). “Three phenyldihydronaphthalene
lignanamides from fruits of Cannabis sativa” (Τρία φαινυλυδιυδροναφθαλένια λιγναναμίδια από καρπούς
της Cannabis sativa) Phytochemistry 31, 3219–3223.
* Sarrion-Perdigones, A., Falconi, E. E., Zandalinas, S. I., Juárez, P., Fernández- del- Carmen,
A., Granell, A. (2011). “GoldenBraid: an iterative cloning system for standardized assembly of
reusable genetic modules” (GoldenBraid: ένα επαναληπτικό σύστημα κλωνοποίησης για τυποποιημένη
συναρμολόγηση επαναχρησιμοποιούμενων γενετικών ενοτήτων) PLoS ONE 6:e21622.
* Sawai, S., Saito, K. (2011). “Triterpenoid biosynthesis and engineering in plants”
(Τριτερπενοειδής βιοσύνθεση και μηχανική σε φυτά) Front. Plant Sci. 2:25.
* Schilmiller, A. L., Last, R. L., Pichersky, E. (2008). “Harnessing plant trichome biochemistry
for the production of useful compounds” (Αξιοποίηση της βιοχημείας των τριχωμάτων των φυτών για την
παραγωγή χρήσιμων ενώσεων) Plant J. 54, 702–711.
* Schilmiller, A. L., Miner, D. P., Larson, M., McDowell, E., Gang, D. R., Wilkerson, C. (2010).
“Studies of a biochemical factory: tomato trichome

deep expressed sequence tag sequencing and proteomics” (Μελέτες ενός βιοχημικού εργοστασίου: βαθιά
εκφρασμένη αλληλουχία ετικέτας αλληλουχίας και πρωτεομικών στα τριχώματα ντομάτας ) Plant Physiol.
153, 1212–1223.
* Singh, B., Sharma, R. (2015). “Plant terpenes: defense responses, phylogenetic analysis,
regulation and clinical applications” (Φυτικά τερπένια: αμυντικές αποκρίσεις, φυλογενετική ανάλυση,
ρύθμιση και κλινικές εφαρμογές) 3 Biotechnol. 5, 129–151.
* Singh, N. D., Kumar, S., Daniell, H. (2015). “Expression of β-glucosidase increases trichome
density and artemisinin content in transgenic Artemisia annua plants” (Η έκφραση της β-γλυκοσιδάσης
αυξάνει την πυκνότητα του τριχώματος και την περιεκτικότητα αρτεμισινίνης σε διαγονιδιακά φυτά
Artemisia annua) Plant Biotechnol. J.
* Singleton, C., Howard, T. P., Smirnoff, N. (2014). “Synthetic metabolons for metabolic
engineering” (Συνθετικά μεταβολόνια για τη μεταβολική μηχανική) J. Exp. Bot. 65, 1947–1954.
* Sirikantaramas, S., Morimoto, S., Shoyama, Y., Ishikawa, Y., Wada, Y., Shoyama, Y. (2004). “The
gene controlling marijuana psychoactivity: molecular cloning and heterologous expression of L11-
tetrahydrocannabinolic acid synthase from Cannabis sativa L.” (Το γονίδιο που ελέγχει την
ψυχοδραστικότητα της μαριχουάνας: μοριακή κλωνοποίηση και ετερόλογη έκφραση συνθετάσης
L11-τετραϋδροκανναβινόλης από την Cannabis sativa L.) J. Biol. Chem. 279, 39767–39774.
* Sirikantaramas, S., Taura, F., Morimoto, S., Shoyama, Y. (2007). “Recent advances in Cannabis
sativa research: biosynthetic studies and its potential in biotechnology” (Πρόσφατες εξελίξεις στην
έρευνα Cannabis sativa: βιοσυνθετικές μελέτες και οι δυνατότητές της στη βιοτεχνολογία) Curr.
Pharm. Biotechnol. 8, 237–243.
* Sirikantaramas, S., Taura, F., Tanaka, Y., Ishikawa, Y., Morimoto, S., Shoyama,
Y. (2005). “Tetrahydrocannabinolic acid synthase, the enzyme controlling marijuana psychoactivity,
is secreted into the storage cavity of the glandular trichomes” (Η συνθετάση
τετραϋδροκανναβινολικού οξέος, το ένζυμο που ελέγχει την ψυχοδραστικότητα της κάνναβης, εκκρίνεται
στην κοιλότητα αποθήκευσης των αδενικών τριχωμάτων) Plant Cell Physiol. 46, 1578–1582.
* Sirkowski, E. (2012). “Marked Cannabis for indicating medical Marijuana” (Επισήμανση της κάνναβης
με την ένδειξη ιατρικής κάνναβης) US Patent 20120311744.
* Skoglund, G., Nockert, M., Holst, B. (2013). “Viking and early Middle Ages northern Scandinavian
textiles proven to be made with hemp” (Βίκινγκ και

πρώιμο μεσαιωνικό βόρειο σκανδιναβικό κλωστοϋφαντουργικό προϊόν αποδείχθηκε ότι φτιάχτηκε με
κάνναβη) Sci. Rep. 3:2686.
* Slatkin, D. J., Doorenbos, N. J., Harris, L. S., Masoud, A. N., Quimby, M. W., Schiff, P. L.
(1971). “Chemical constituents of Cannabis sativa L.” (Χημικά συστατικά της Cannabis sativa L.)
Root. J. Pharmaceut. Sci. 60, 1891–1892.
* Slusarkiewicz-Jarzina, A., Ponitka, A., Kaczmarek, Z. (2005). “Influence of cultivar, explant
source and plant growth regulator on callus induction and plant regeneration of Cannabis sativa L.”
(Επίδραση της ποικιλίας, της προέλευσης των φυτών και του ρυθμιστή ανάπτυξης των φυτών στην επαγωγή
του τύλου και την αναγέννηση των φυτών της Cannabis sativa L.) Acta Biol. Cracov. Ser. Bot. 47,
145–151.
* Small, E. (2015). “Evolution and classification of Cannabis sativa (marijuana, hemp) in relation
to human utilization” (Εξέλιξη και ταξινόμηση της Cannabis sativa (κάνναβη, κλωστική κάνναβη) σε
σχέση με την ανθρώπινη χρήση) Bot. Rev. 81, 189–294.
* Smeds, A. I., Eklund, P. C., William, S. M. (2012). “Content, composition, and stereochemical
characterisation of lignans in berries and seeds” (Περιεχόμενο, σύνθεση και στερεοχημικός
χαρακτηρισμός των λιγνάνων σε μούρα και σπόρους) Food Chem. 134, 1991–1998.
* Smith, N. (2015). “Transdermal Cannabinoid Patch” (Διαδερμικό έμπλαστρο κανναβινοειδών) U.S.
Patent No. 20,150,297,556. Washington, DC: U.S. Patent and Trademark Office.
* Stout, J. M., Boubakir, Z., Ambrose, S. J., Purves, R. W., Page, J. E. (2012). “The hexanoyl-CoA
precursor for cannabinoid biosynthesis is formed by an acyl-activating enzyme in Cannabis sativa
trichomes” (Ο πρόδρομος hexanoyl-CoA για τη βιοσύνθεση των κανναβινοειδών σχηματίζεται από ένα
ένζυμο ενεργοποίησης ακυλίων σε τριχώματα Cannabis sativa) Plant J. 71, 353–365.
* Sumner, L. W., Lei, Z., Nikolau, B. J., Saito, K. (2015). “Modern plant metabolomics: advanced
natural product gene discoveries, improved technologies, and future prospects” (Σύγχρονη
μεταβολικοποίηση φυτών: ανακαλύψεις γονιδίων προηγμένων φυσικών προϊόντων, βελτιωμένες τεχνολογίες
και μελλοντικές προοπτικές) Nat. Prod. Rep. 32, 212–229.
* Sun, J., Gu, Y.-F., Su, X.-Q., Li, M.-M., Huo, H.-X., Zhang, J., et al. (2014).
“Anti-inflammatory lignanamides from the roots of Solanum melongena L.” (Αντιφλεγμονώδη
λιγναναμίδια από τις ρίζες του Solanum melongena L.) Fitoterapia 98, 110–116.
* Taura, F., Sirikantaramas, S., Shoyama, Y., Shoyama, Y., Morimoto, S. (2007a). “Phytocannabinoids
in Cannabis sativa: recent studies on

biosynthetic enzymes” (Φυτοταναβινοειδή στην Cannabis sativa: πρόσφατες μελέτες για τα βιοσυνθετικά
ένζυμα) Chem. Biodiv. 4, 1649–1663.
* Taura, F., Dono, E., Sirikantaramas, S., Yoshimura, K., Shoyama, Y., Morimoto, S. (2007b).
“Production of Delta(1)-tetrahydrocannabinolic acid by the biosynthetic enzyme secreted from
transgenic Pichia pastoris” (Παραγωγή του Δέλτα(1)-τετραϋδροκανναβινολικού οξέος από το
βιοσυνθετικό ένζυμο που εκκρίνεται από το διαγονιδιακό Pichia pastoris) Biochem. Biophys. Res.
Commun. 361, 675–680.
* Tian, L. (2015). “Using hairy roots for production of valuable plant secondary metabolites”
(Χρησιμοποιώντας τριχωτό ριζών για την παραγωγή πολύτιμων φυτικών δευτερογενών μεταβολιτών) Adv.
Biochem. Eng.
Biotechnol. 149, 275–324.
* van Amsterdam, J., Brunt, T., van den Brink, W. (2015). “The adverse health effects of synthetic
cannabinoids with emphasis on psychosis-like effects” (Οι δυσμενείς επιπτώσεις των συνθετικών
κανναβινοειδών στην υγεία με έμφαση στις σαν-ψυχωσικές επιδράσεις) J. Psychopharmacol. 29, 254–263.
* van Bakel, H., Stout, J. M., Cote, A. G., Tallon, C. M., Sharpe, A. G., Hughes, T.
R. (2011). “The draft genome and transcriptome of Cannabis sativa” (Το σχέδιο γονιδιώματος και
μεταγραφημάτων της Cannabis sativa) Genome Biol. 12:R102.
* Vázquez, L. H., Palazon, J., Navarro-Ocaña, A. (2012). “The pentacyclic triterpenes α-,
β-amyrins: a review of sources and biological activities” (Τα πεντακυκλικά τριτερπένια α-,
β-αμυρίνες: μια ανασκόπηση των πηγών και των βιολογικών δραστηριοτήτων) Phytochemicals 23, 487–502.
* Volkow, N. D., Baler, R. D., Compton, W. M., Weiss, S. R. (2014). “Adverse health effects of
marijuana use” (Ανεπιθύμητες επιπτώσεις της χρήσης κάνναβης την υγεία) N. Engl. J. Med. 370,
2219–2227.
* Wagner, H., Ulrich-Merzenich, G. (2009). “Synergy research: approaching a new generation of
phytopharmaceuticals” (Συνεργασία έρευνας: προσέγγιση μιας νέας γενιάς φαρμάκων από φυτά)
Phytomedicine 16, 97–110.
* Wahby, I., Caba, J. M., Ligero, F. (2013). “Agrobacterium infection of hemp (Cannabis sativa L.):
establishment of hairy root cultures” (Η μόλυνση της κάνναβης (Cannabis sativa L.) από
agrobacterium: δημιουργία καλλιεργειών τριχωτού ρίζας) J. Plant. Interact. 8, 312–320.
* Wang, C., Kurzer, M. S. (1998). “Effects of phytoestrogens on DNA synthesis in MCF-7 cells in the
presence of estradiol or growth factors” (Επιδράσεις των φυτοοιστρογόνων στη σύνθεση του DNA σε
κύτταρα MCF-7 παρουσία οιστραδιόλης ή αυξητικών παραγόντων) Nut. Cancer 31, 90–100.
* Wang, C.-Z., Ma, X.-Q., Yang, D.-H., Guo, Z.-R., Liu, G.-R., Zhao, G.-X., et al.

(2010). “Production of enterodiol from defatted flaxseeds through biotransformation by human
intestinal bacteria” (Παραγωγή εντεροδιόλης από απολιπανθέντες λιναρόσπορους μέσω
βιομετασχηματισμού από ανθρώπινα εντερικά βακτηρίδια) BMC Microbiol. 10:115.
* Wang, W., Wang, Y., Zhang, Q., Qi, Y., Guo, D. (2009a). “Global characterization of Artemisia
annua glandular trichome transcriptome using 454 pyrosequencing” (Καθολικός χαρακτηρισμός του
Artemisia annua glandular trichome transcriptome χρησιμοποιώντας 454 pyrosequencing) BMC Genomics
10:465.
* Wang, R., He, L. S., Xia, B., Tong, J. F., Li, N., Peng, F. (2009b). “A
micropropagation system for cloning of hemp (Cannabis sativa L.) by shoot tip culture” (Ένα σύστημα
μικροπροπαραγωγής για την κλωνοποίηση κάνναβης (Cannabis sativa L.) με καλλιέργεια αιχμής) Pak. J.
Bot. 41, 603–608.
* Wawrosch, C., Schwaiger, S., Stuppner, H., Kopp, B. (2014). “Lignan formation in hairy root
cultures of Edelweiss (Leontopodium nivale ssp. alpinum (Cass.) Greuter)” (Ο σχηματισμός Lignan σε
καλλιέργειες τριχωτού ρίζας Edelweiss (Leontopodium nivale ssp. Alpinum (Cass.) Greuter))
Fitoterapia 97, 219–223.
* Weathers, P. J., Towler, M. J., Xu, J. (2010). “Bench to batch: advances in plant cell culture
for producing useful products” (Από τον πάγκος στην παρτίδα: πρόοδος στη φυτική κυτταρική
καλλιέργεια για την παραγωγή χρήσιμων προϊόντων) Appl. Microbiol. Biotechnol. 85, 1339–13351.
* Weiblen, G. D., Wenger, J. P., Craft, K. J., ElSohly, M. A., Mehmedic Z., Treiber, E. L., et al.
(2015). “Gene duplication and divergence affecting drug content in Cannabis sativa” (Η αναπαραγωγή
γονιδίων και η απόκλιση του περιεχομένου ουσιών στην Cannabis sativa) New Phytol. 208, 1241–1250.
* Werz, O., Seegers, J., Schaible, A. M., Weinigel, C., Barz, D., Koeberle, A., et al. (2014).
“Cannflavins from hemp sprouts, a novel cannabinoid- free hemp food product, target microsomal
prostaglandin -E2 synthase-1 and 5- lipoxygenase” (Κανναφλαβίνες από βλαστούς κλωστικής κάνναβης,
ένα νέο προϊόν διατροφής κλωστικής κάνναβης χωρίς κανναβινοειδή, στόχος μικροσωμικής
προσταγλανδίνης-Ε2 συνθάσης-1 και 5-λιποξυγενάσης) Pharmanutr 2, 53–60.
* Wright, M. J., Vandewater, S. A., Taffe, M. A. (2013). “Cannabidiol attenuates deficits of
visuospatial associative memory induced by Δ(9)tetrahydrocannabinol” (Η κανναβιδιόλη εξασθενεί τα
ελλείμματα της ογκοσωματικής συσσωματικής μνήμης που επάγονται από την Δ(9)τετραϋδροκανναβινόλη)
Br. J. Pharmacol. 170, 1365–1373.
* Yadav, V. R., Prasad, S., Sung, B., Kannappan, R., Aggarwal, B. B. (2010).

“Targeting inflammatory pathways by triterpenoids for prevention and treatment of cancer”
(Στοχεύοντας φλεγμονώδεις οδούς με τριτερπενοειδή για την πρόληψη και θεραπεία του καρκίνου) Toxins
2, 2428–2466.
* Yang, T., Fang, L., Nopo-Olazabal, C., Condori, J., Nopo-Olazabal, L., Balmaceda, C., et al.
(2015). “Enhanced Production of Resveratrol, Piceatannol, Arachidin-1, and Arachidin-3 in Hairy
Root Cultures of Peanut Co-treated with Methyl Jasmonate and Cyclodextrin” (Ενισχυμένη παραγωγή
ρεσβερατρόλης, πιικατανόλης, αραχιδίνης-1 και αραχιδίνης-3 σε καλλιέργειες τριχωτού ριζών φυστικιού
που έχουν υποβληθεί σε συν-επεξεργασία με σακμονικό μεθύλιο και κυκλοδεξτρίνη) J. Agric. Food Chem.
63, 3942–3950.
* Zapata, C., Park, S. H., El-Zik, K. M., Smith, R. H. (1999). “Transformation of a Texas cotton
cultivar by using Agrobacterium and the shoot apex” (Μετασχηματισμός μιας ποικιλίας βαμβακιού του
Τέξας με τη χρήση του Agrobacterium και της κορυφής των βλαστών) Theor. Appl. Genet. 98, 252– 256.
* Zirpel, B., Stehle, F., Kayser, O. (2015). “Production of D9- tetrahydrocannabinolic acid from
cannabigerolic acid by whole cells of Pichia (Komagataella) pastoris expressing
Δ9-tetrahydrocannabinolic acid synthase from Cannabis sativa L.” (Παραγωγή
Δ9-τετραϋδροκανναβινολικού οξέος από κανναβιγερολικό οξύ από ολικά κύτταρα Pichia (Komagataella)
pastoris που εκφράζουν συνθάση Δ9-τετραϋδροκανναβινολικού οξέος από Cannabis sativa L.) Biotechnol.
Lett. 37, 1869–1875.

Δήλωση περί Συγκρούσεων Συμφερόντων: Οι συγγραφείς δηλώνουν ότι η έρευνα διεξήχθη ελλείψει
οποιωνδήποτε εμπορικών ή οικονομικών σχέσεων
που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.